Ιδεολογίες και εθνική στρατηγική, Παν. Κονδύλης

ΤΟ ΒΗΜΑ

 4 Ιανουαρίου 1998

Ιδεολογίες και εθνική στρατηγική | tovima.gr

Αφότου ήλθε στο προσκήνιο το Κυπριακό ως σήμερα ­ δηλαδή επί μισόν αιώνα ­ όχι λίγες ήττες επεσώρευσε στην Ελλάδα η πανθολογούμενη άλλωστε ανυπαρξία μιας μακροπρόθεσμης εθνικής στρατηγικής αποδεκτής από τον κύριο κορμό του πολιτικού κόσμου και επεξεργασμένης χάρη στη σύμπραξη πολιτικών, διπλωματών στρατιωτικών και επιστημόνων.

Αφότου ήλθε στο προσκήνιο το Κυπριακό ως σήμερα ­ δηλαδή επί μισόν αιώνα ­ όχι λίγες ήττες επεσώρευσε στην Ελλάδα η πανθολογούμενη άλλωστε ανυπαρξία μιας μακροπρόθεσμης εθνικής στρατηγικής αποδεκτής από τον κύριο κορμό του πολιτικού κόσμου και επεξεργασμένης χάρη στη σύμπραξη πολιτικών, διπλωματών στρατιωτικών και επιστημόνων. Έχοντας την εμπειρία τούτη δεν χρειάζεται να διαθέτει κανείς το προφητικό χάρισμα για να προβλέψει ότι στο μέλλον πολλά θα εξαρτηθούν από το αν θα πραγματοποιηθεί τώρα ό,τι δεν έγινε στο παρελθόν. Δύο παράγοντες επέδρασαν, και εξακολουθούν να επιδρούν, αρνητικότατα: η λειτουργία του πολιτικού συστήματος και η εμπλοκή σε ιδεολογήματα. Ο πολιτικός κόσμος δεν βρέθηκε στο ύψος των περιστάσεων όχι μόνον γιατί οι α ή β εκπρόσωποί του έλαβαν συχνά τις α ή β εσφαλμένες αποφάσεις στο α ή β ζήτημα, αλλά και επειδή στο σύνολό του δεν κατάφερε να δημιουργήσει ένα πάγιο και αθόρυβο θεσμικό πλαίσιο ικανό να εξουδετερώνει κατά το δυνατόν τους πειρασμούς κομματικής εκμετάλλευσης των εθνικών θεμάτων. Η ανικανότητα προς αυτοσυγκράτηση είναι κατ’ εξοχήν γνώρισμα εφηβικής ανωριμότητας. Και το γεγονός ότι ο ένας επιρρίπτει την ευθύνη στον άλλον αποδεικνύει απλώς ότι ενέχονται όλοι.
          Η επιρροή ιδεολογημάτων σε θέματα εθνικής στρατηγικής ανάγεται γενικότατα στο ότι το νεοελληνικό κρατίδιο αναγκάσθηκε εξ αρχής να αντισταθμίσει την ιστορική του καχεξία με υπεραυτάρεσκους μύθους. Γίναμε έτσι λαός που τέρπεται παράγοντας λήρους και χορταίνει καταναλίσκοντας ανεμώλια έπη. Η αιτιολογία όμως δεν αποτελεί δικαιολογία, ούτε ενδείκνυται ως πραξεολογία. Αντίθετα: επιβιώνει όποιος αντιστέκεται στους ίδιους του τους μύθους και καταποντίζεται όποιος τους πιστεύει μέχρις εσχάτων. Στη σημερινή συγκυρία, δύο αντιτιθέμενα ιδεολογήματα παρακωλύουν, κοντά στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος, την κατάστρωση και την εφαρμογή μιας νηφάλιας εθνικής στρατηγικής: ασαφή και αποδυναμούμενα στοιχεία ενός γηγενούς εθνικισμού και εξίσου ασαφή, αλλά ενισχυόμενα αναμασήματα ενός ξενόφερτου ειρηνισμού και οικουμενισμού. Οι εθνικιστικές απόψεις, των οποίων η επικράτηση σε διάφορες φάσεις του Κυπριακού και του Μακεδονικού έβλαψε ουσιαστικά τη χώρα, τείνουν π.χ. να εξηγούν τη διαμάχη Ελλάδας και Τουρκίας με το ιστορικό παρελθόν και με φυλετικούς ή πολιτισμικούς παράγοντες, αποδίδοντας τη συμπεριφορά της δεύτερης στον «ασιατικό» και «βάρβαρο» χαρακτήρα της, τον οποίο αντιπαραθέτουν στον «ελληνικό πολιτισμό» και στην «τρισχιλιετή ιστορία» του. Αρκεί μια υπόθεση για να δούμε πόσο αστήρικτα είναι όλα αυτά. Αν η ομόδοξή μας Σερβία είχε 60 εκατ. κατοίκους και ηγεμόνευε στα Βαλκάνια, ζητώντας να κατεβεί στη Θεσσαλονίκη, και η Τουρκία είχε 20 ή 30 εκατ. κατοίκους και αισθανόταν να απειλείται εξίσου από τη σερβική επέκταση, τότε η Ελλάδα και η Τουρκία θα ήσαν εγκάρδιοι φίλοι και σύμμαχοι. Οι γεωπολιτικές παράμετροι και τα εθνικά συμφέροντα καθορίζουν την εξωτερική πολιτική ­ όχι το παρελθόν, ούτε η φυλή και ο πολιτισμός. Η φυλετική και πολιτισμική υποτίμηση της Τουρκίας ενέχει τον κίνδυνο της στρατηγικής της υποτίμησης, αφού συνεπάγεται ότι η δήθεν ανώτερη ελληνική ποιότητα μπορεί να εξουδετερώσει την τουρκική ποσότητα· είναι βέβαια γνωστό πώς τιμωρείται η στρατηγική υποτίμηση του αντιπάλου όταν, π.χ., παρασύρει στην κήρυξη ενός πολέμου. Η αύξουσα γενική υπεροχή της Τουρκίας τα τελευταία χρόνια έχει εξαναγκάσει την εθνικιστική υπεροψία πολλών Ελλήνων να χαμηλώσει αισθητά τους τόνους της. Ωστόσο στο σύνολό της η ελληνική πλευρά δεν έχει ακόμη συνειδητοποιήσει το μέγεθος και τις συνέπειες της πληθυσμιακής και οικονομικής ανόδου της Τουρκίας, και μάλιστα της βαθμιαίας μετατροπής της σε βιομηχανική δύναμη.
          Οι ειρηνιστές και οικουμενιστές ή «ευρωπαϊστές» έχουν τον δικό τους τρόπο για να παρακάμπτουν τις οδυνηρές πραγματικότητες και την ψύχραιμη στρατηγική τους ανάλυση. Οι ίδιοι φαντάζονται ότι είναι πιο ρεαλιστές, αφού ξεπέρασαν τους «εθνικούς αταβισμούς» και συμπορεύονται με τη νέα παγκόσμια κατάσταση, όπου τάχα το εμπόριο και ο διάλογος θα αντικαταστήσουν τον πόλεμο. Οι θέσεις όμως αυτές διόλου δεν είναι ρεαλιστικότερες από τις πομφόλυγες του εθνικισμού, συνιστούν απλώς την αντίστροφη ιδεολογία, και μάλιστα μιαν ιδεολογία διόλου πρωτότυπη, αφού δεν περιέχει παρά κοινοτοπίες του καπιταλιστικού φιλελευθερισμού διατυπωμένες πριν από 300 χρόνια και διαψευσμένες επανειλημμένα έκτοτε. Οντας ιδεολογία, εκπληρώνουν και τις ψυχολογικές λειτουργίες της ιδεολογίας, δηλαδή επιτρέπουν σε «προοδευτικούς» διανοούμενους ελαφρών βαρών και σε αστείους δημοσιογραφίσκους να αναβαθμίζουν το μικρό τους εγώ εμφανιζόμενοι ως εκπρόσωποι υψηλών ιδεωδών· συνάμα υποθάλπουν σε μικρομεσαίους πολιτικούς την ανακουφιστική ψευδαίσθηση ότι μπορούν να συρρικνώσουν την πολιτική σε διαχείριση και διάλογο, αποτινάζοντας από τους ισχνούς ώμους τους το βάρος έσχατων ιστορικών ευθυνών. Τέτοιοι διανοούμενοι και τέτοιοι πολιτικοί επιχειρηματολογούν σε ζητήματα εθνικής στρατηγικής κάνοντας το μοιραίο λάθος να προεξοφλούν γενικότερες εξελίξεις που διόλου δεν είναι βέβαιες και που, έστω και αν ευοδωθούν, βρίσκονται ακόμη στην αρχή τους και επιφυλάσσουν πολλά απρόοπτα. Μιλούν και πράττουν, λοιπόν, σαν να υπήρχε ήδη μια ενιαία Ευρώπη, σαν να υπήρχε ήδη ένας ενιαίος κόσμος και σαν να μην ήταν δυνατόν να αντιστραφούν οι τάσεις· ιδιαίτερα ως προς την ενιαία Ευρώπη σφάλλουν ταυτίζοντας προκαταβολικά τα συμφέροντά της με τα συμφέροντα των Ελλήνων. Όταν προεξοφλούνται αισιόδοξα οι γενικότερες εξελίξεις, τότε οι στρατηγικές συζητήσεις δεν μπορούν να προχωρήσουν σε βάθος. Γι’ αυτό και πλείστοι όσοι ειρηνιστές και οικουμενιστές εκφράζουν ανοιχτά την εχθρότητά τους απέναντι σε τέτοιες συζητήσεις, ιδίως όταν υπεισέρχονται σε στρατιωτικά θέματα και πολεμικά ενδεχόμενα. Νομίζουν ότι λύνουν προβλήματα μόνο και μόνο επειδή εκστρατεύουν εναντίον του «εθνικιστικού φανατισμού». Η συχνότατα όμως μισαλλόδοξη συμπεριφορά τους αποδεικνύει για μιαν επιπλέον φορά ότι ο φανατισμός εναντίον του φανατισμού μπορεί να είναι ακόμη πιο στενοκέφαλος από τον απλό φανατισμό.

Καμία ουσιαστική στρατηγική συζήτηση δεν είναι δυνατή αν δεν αφήσει στην άκρη τόσο τα εθνικιστικά όσο και τα ειρηνιστικά ιδεολογήματα· στόχος της είναι ακριβώς η υπέρβασή τους. Η εθνική στρατηγική δεν είναι ούτε «δεξιά», ούτε «αριστερή», ούτε «εθνικιστική», ούτε «διεθνιστική». Είναι τα πάντα, ανάλογα με τις επιταγές της συγκεκριμένης κατάστασης. Αλίμονο στη χώρα και στην πολιτική της ηγεσία αν ερμηνεύει τη συγκεκριμένη κατάσταση με βάση «δεξιές» ή «αριστερές» προτιμήσεις, αντί να προσαρμόζει τις προτιμήσεις στην κατά το δυνατόν ψυχρή ερμηνεία της συγκεκριμένης κατάστασης. Κάθε εθνική στρατηγική, εφόσον περιορίζεται στον σχεδιασμό των εκάστοτε επιθυμητών εξελίξεων, είναι καταδικασμένη σε μονομέρεια και δυσκαμψία, δηλαδή σε πρακτικό αδιέξοδο. Λόγος της ύπαρξής της είναι η κάλυψη όλων των ενδεχομένων, των περισσότερο και των λιγότερο πιθανών, των περισσότερο και των λιγότερο ευχάριστων. Και το φάσμα των ενδεχομένων το καταγράφει η υπεύθυνη ηγεσία ακούγοντας χωρίς προκαταλήψεις όλο το φάσμα των απόψεων και των προτάσεων, από οποιονδήποτε και αν προέρχονται. Όπως διάφοροι «ελληνοκεντρικοί» οφείλουν να μάθουν ότι η «Δύση» δεν είναι μόνον η «τεχνική» και η «λατρεία της ύλης», στην οποία αυτή αντιτάσσουν με υπεραπλουστευτική ευκολία το «πνεύμα» και την «ψυχή» της «ορθόδοξης Ανατολής», έτσι και όσοι επείγονται να «εξευρωπαϊσθούν» καλά θα έκαναν να μην αυταπατώνται ταυτίζοντας τη Δύση με τη δυτική προπαγάνδα («ορθολογισμός», «διάλογος», «ανθρώπινα δικαιώματα» κτλ.). Θα ωφελούσαν την Ελλάδα περισσότερο αν, π.χ., μιμούνταν τον τρόπο με τον οποίο διεξάγονται οι στρατηγικές συζητήσεις στη Γαλλία, στην Αγγλία ή στις ΗΠΑ. Τα πάντα, ακόμη και τα πιο απίθανα σενάρια πολέμου, γίνονται εδώ αντικείμενο εξέτασης και στάθμισης, και το κύριο μέλημα των αναλυτών δεν είναι να εκφράσουν τα ιδεολογικά τους γούστα (λες και δεν υπάρχει σοβαρότερο πράγμα στον κόσμο από αυτά), παρά να εξονυχίσουν δεδομένα και δυνατότητες προκειμένου να διευκολύνουν την υπεύθυνη ηγεσία στο έργο της. Η προσπάθεια επιβολής ιδεολογικής λογοκρισίας στις στρατηγικές συζητήσεις, όσο και αν καλύπτεται πίσω από υψιπετείς ηθικολογίες, δεν αποτελεί μόνον ένδειξη πνευματικού επαρχιωτισμού. Προπαντός βλάπτει τον τόπο.

Υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι για τους οποίους η εθνική μας στρατηγική είναι σήμερα υποχρεωμένη να έχει προ οφθαλμών ένα ευρύτατο φάσμα πιθανών εξελίξεων, που αρχίζει από τον συμβιβασμό, έστω και με απώλειες, και τελειώνει στον πόλεμο. Αναφέρομαι ιδιαίτερα στις σχέσεις με την Τουρκία. Η διαφορά του γεωπολιτικού δυναμικού ανάμεσα στις δύο χώρες αυξάνεται συνεχώς υπέρ της Τουρκίας, και σε 20-30 χρόνια θα είναι αβάσταχτη για την ελληνική πλευρά. Στην προοπτική αυτή μου φαίνεται προφανές ότι ένας συμβιβασμός θα αποτελούσε για την Ελλάδα το μικρότερο κακό, ακόμη και αν παραχωρούσε κάτι από ό,τι θεωρεί αυτή τη στιγμή κυριαρχικό της δικαίωμα. Ασφαλώς οι εθνικιστές θα αγανακτήσουν με μια τέτοια σκέψη, οφείλουν όμως να αναλογισθούν δύο πράγματα: ότι αργότερα η διαπραγματευτική θέση της χώρας θα είναι χειρότερη και ότι οι ολιγωρίες ή τα σφάλματα των περασμένων δεκαετιών έχουν το πικρό τους τίμημα. Αυτά όμως διόλου δεν σημαίνουν ότι οι ειρηνιστές δικαιούνται να θριαμβολογούν εκ των προτέρων. Γιατί για να συναφθεί ένας τέτοιος συμβιβασμός απαιτείται η βεβαιότητα ότι αυτός θα είναι τελειωτικός, ότι δηλαδή η άλλη πλευρά δεν θα τον χρησιμοποιήσει ως εφαλτήριο νέων αξιώσεων, οπότε σε λίγα χρόνια ή λίγους μήνες θα επιδεινωνόταν η κατάσταση σε σχέση με πριν. Όσοι προτείνουν σήμερα διάφορους συμβιβασμούς έχουν υπό γενικότατη έννοια δίκιο με βάση τα μακροπολιτικά δεδομένα (αν και οι ίδιοι λιγότερο σκέφτονται αυτά τα τελευταία και περισσότερο ελαύνονται από την επιθυμία να φανούν «πολιτισμένοι» άνθρωποι), κανείς τους όμως δεν μπορεί να εγγυηθεί πολιτικά τη βιωσιμότητα του συμβιβασμού. Και κάτι ακόμη παραβλέπουν οι ειρηνιστές: καθώς θεωρούν αφελώς τον συμβιβασμό υπαγόρευση της «λογικής» και της «ηθικής» και όχι ενός άτεγκτου συσχετισμού δυνάμεων, υποτιμούν τη σημασία της στρατιωτικής – αποτρεπτικής ισχύος ακριβώς για τη σύναψη ενός ευπρεπούς συμβιβασμού. Και οι εθνικιστές όμως, οι πατριώτες κτλ., που δεν κάνουν το λάθος να υποτιμούν την αποτρεπτική ισχύ, διέπραξαν για λόγους κομματικής ψηφοθηρίας κάτι εξαιρετικά επιζήμιο: ενίσχυσαν επί δύο δεκαετίες την οικονομική πολιτική του παρασιτικού καταναλωτισμού, με αποτέλεσμα τη γενικότερη εξάρτηση της δανειοτρεφούς χώρας και την υπονόμευση της αμυντικής της προσπάθειας. Ετσι, αν οι πρώτοι ωραιοποιούν τη σημερινή αδυναμία της Ελλάδας με ειρηνιστικά και αντιεθνικιστικά προπετάσματα, οι δεύτεροι, υποκύπτοντας στη λογική των πελατειακών σχέσεων και διαιωνίζοντας τις δυσλειτουργίες του πολιτικού συστήματος, αφαιρούν το ουσιαστικό περιεχόμενο από τις θέσεις τους. Και όπως οι δεύτεροι οφείλουν να κατανοήσουν έμπρακτα, και όχι απλώς ρητορικά, ότι μόνον η εκλογίκευση της οικονομίας σε παραγωγική βάση, δηλαδή η εξοικονόμηση και επένδυση πόρων χάρη στην υπέρβαση του παρασιτικού καταναλωτισμού και του πελατειακού συστήματος, μπορεί να στηρίξει την άμυνα της χώρας, έτσι και οι πρώτοι, όταν αντιτάσσονται με πάθος ιεροκηρύκων στα εξοπλιστικά προγράμματα, οφείλουν να αντιληφθούν ότι είναι πρακτικά το ίδιο είτε έχεις ένοπλες δυνάμεις με ανεπαρκή και απαρχαιωμένο οπλισμό είτε δεν έχεις καθόλου. Αν οι ειρηνιστές ήσαν συνεπείς, θα έπρεπε να ζητούν ρητά τη διάλυση των ενόπλων δυνάμεων, αφού έτσι κι αλλιώς αποκλείουν τον πόλεμο και πιστεύουν στην παντοδυναμία του «διαλόγου μεταξύ λογικών ανθρώπων». Είναι προφανές γιατί δεν τολμούν να το κάμουν: ακόμη και οι ηθικολόγοι φοβούνται τις λεμονόκουπες. Σε μια πραγματιστική αντίληψη, οι ένοπλες δυνάμεις μπορεί να είναι τόσο μέσο ειρήνης, δηλαδή αποτροπής, όσο και μέσο πολέμου. Μακάρι να είναι το πρώτο. Αλλά, είτε είναι το πρώτο είτε είναι το δεύτερο, απαιτείται η ίδια αρτιότητα. Και αρτιότητα δεν σημαίνει, όπως φαντάζονται πολλοί, να ξοδεύεις και να κατέχεις όσα ο αντίπαλος. Σημαίνει την ικανότητα ενός αποφασιστικού πλήγματος, έστω και από τη θέση του ασθενεστέρου. Μόνον όποιος διαθέτει την ικανότητα αυτή δεν φοβάται τον διάλογο σήμερα και δεν θα φοβηθεί αύριο να προχωρήσει σε διεθνώς εγγυημένους και πάγιους συμβιβασμούς. Αντίθετα, όσο πιο αδύνατος είναι κανείς τόσο περισσότερο πανικοβάλλεται στην ιδέα αδήριτων συμβιβασμών, φοβούμενος, και δίκαια, ότι αυτή θα είναι η αρχή του τέλους.


Τα παραπάνω δεν εισηγούνται κάποια λύση, αλλά ένα πλαίσιο και μια διαδικασία για την εύρεσή της. Επαναλαμβάνω: η χώρα μας βρίσκεται σήμερα μπροστά σε ένα ευρύ φάσμα ενδεχομένων, και το νόημα μιας στρατηγικής συζήτησης είναι η στάθμιση όλων των υπέρ και των κατά, με γνώμονα τη συγκεκριμένη κατάσταση και όχι «εθνικιστικές» ή «ειρηνιστικές» συμπάθειες. Θέλησα να δείξω, με όση συντομία επέβαλλε ο διαθέσιμος χώρος, ότι και τα δύο αυτά ιδεολογήματα ενέχουν αντιφάσεις και εσφαλμένες ερμηνείες. Το χειρότερο που θα μπορούσε να πάθει σήμερα ο τόπος θα ήταν να υποκαταστήσει τη σοβαρή στρατηγική συζήτηση με αντεγκλήσεις μεταξύ εθνικιστών και ειρηνιστών ή «ευρωπαϊστών», με κυνήγι μαγισσών και με πνευματική τρομοκρατία προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Φοβούμαι όμως εντονότατα ότι αυτό ακριβώς θα συμβεί. Γιατί όπως ο Κύριος μωραίνει ον βούλεται απολέσαι, έτσι και ένας λαός χάνει την ικανότητα της στρατηγικής σκέψης ακριβώς όταν τη χρειάζεται περισσότερο.

Γιώργος Βοσκόπουλος, παρεμβάσεις στο slpress.gr

https://slpress.gr/tag/giorgos-voskopoylos/

United Nations Security Council and General Assembly Resolutions on Cyprus 1960-2006

*Στα “Comments” άρθρα και αρχειακό υλικό (θα ενημερώνεται συνεχώς)

*In “Commnets” = Articles and reading suggestions in Gr, En, Fr

ΦΑΚΕΛΟΣ ΚΥΠΡΟΥ – ΒΟΥΛΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

https://library.parliament.gr/%CE%A3%CF%85%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CF%82/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%B1/%CE%A6%CE%AC%CE%BA%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%82-%CE%9A%CF%8D%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%85

Εικόνα
Εικόνα
Εικόνα
Εικόνα

Η Βρετανική πρόταση για επίλυση του Κυπριακού: οι παγίδες για Λευκωσία και οι τουρκικές ενστάσεις

Η Βρετανική πρόταση για επίλυση του Κυπριακού: οι παγίδες για Λευκωσία και οι τουρκικές ενστάσεις

Γ. Βοσκόπουλος, Αναπλ. Καθηγητής Ευρωπαϊκών Σπουδών, π. πρόεδρος τμ. ΔΕΣ, ΠΑΜΑΚ

Cna Tb7503aa371734a1aa46c96b0d3908ab3
*pic:cyprus-mail

Στην πρόσφατη συνάντηση ανάμεσα στον ηγέτη των τουρκοκυπρίων Τατάρκαι τονDominic Raab (U.K. Secretary of State for Foreign, Commonwealth and Development Affairs) ένα από τα θέματα που συζητήθηκαν ήταν το πλαίσιο επίλυσης του Κυπριακού. Ο Βρετανός αξιωματούχος υπέβαλλε ένα σχέδιο για το οποίο του ασκήθηκε έντονη κριτική από την αντιπολίτευση στο εσωτερικό του ΗΒ. Σε επιστολή που δημοσιεύτηκε στην Telegraph, ο Fabian Hamilton, Shadow Minister for Peace and Disarmament και η Catherine West, Shadow Minister for Europe and the Americas, εξέφρασαν τον προβληματισμό τους για την «ασάφεια» των προτάσεων Raab οι οποίες θεωρούν ότι υπονομεύουν τις παραδοσιακές θέσεις του ΗΒ έναντι του Κυπριακού (δι-ζωνική, δι-κοινοτική ομοσπονδία). Αυτό καθώς ξεπερνούν τις κόκκινες γραμμές που έχουν τεθεί από τη βρετανική διπλωματία. Στην επιστολή τους υπενθυμίζουν ότι το ΗΒ είναι «ιστορικά δεσμευμένο έναντι της ασφάλειας της Κυπριακής Δημοκρατίας». Φαίνεται ότι το σχέδιο ουσιαστικά αναιρεί πάγιες θέσεις του ΗΒ για μία λύση ομοσπονδίας και κυρίως ότι εμπνευστής του είναι η τουρκοκυπριακή πλευρά η οποία φέρεται να το προώθησε στον Dominic Raab λίγο πριν την επίσκεψη του στα κατεχόμενα σύμφωνα με τους Hamilton/West.

Οι βρετανικές προτάσεις προβλημάτισαν την Άγκυρα, αν και στοιχεία που περιέχουν ικανοποιούν τους διαχρονικούς στόχους της. Μάλιστα σε σχολιασμό στον τουρκικό τύπο επισημαίνεται η καχυποψία με την οποία αντιμετωπίζουν ελληνοκύπριοι και τουρκοκύπριοι τη βρετανική παρέμβαση. Στην πρόταση τα δύο συμβαλλόμενα μέρη αποκαλούνται “Κοινοτικά κυρίαρχα κράτη” («Communal states”) όρος που αξιολογήθηκε στην Τουρκία ως «ασαφής και σκοτεινός».

Στην πρόταση η νέα πολιτεία (σήμερα Κυπριακή Δημοκρατία) θα προσδιορίζεται τυπικά ως ομοσπονδία αλλά λειτουργικά θα φέρει σαφή χαρακτηριστικά συνομοσπονδίας με κοινή εκπροσώπηση στην ΕΕ. Το κρίσιμο για την ελληνοκυπριακή πλευρά ερώτημα τέθηκε από τον ίδιο το σχολιαστή της Χουριέτ. «Αν τα δύο Κοινοτικά κυρίαρχα κράτη της προτεινόμενης Κυπριακής Συνομοσπονδίας έχουν δικαίωμα να ασκούν ανεξάρτητα κυριαρχικά δικαιώματα, υπογράφοντας διμερείς συμφωνίες στα πεδία της οικονομίας, ασφάλειας και εξωτερικής πολιτικής, ξεχωριστή εκπροσώπηση σε διεθνείς αθλητικές διοργανώσεις, σε επίπεδο παιδείας και υγείας, ποιες θα είναι οι εξουσίες που θα διαθέτει η κεντρική συνομοσπονδιακού χαρακτήρα κυβέρνηση»; Αν και η παραπάνω πολιτειακή ερμηνεία της πρότασης ικανοποιεί την Άγκυρα, αντιμετωπίζεται με καχυποψία. Το ερώτημα βέβαια είναι οντολογικό όσο και ουσιαστικό, αφού μία τέτοια λύση καταργεί την Κυπριακή Δημοκρατία, δημιουργεί ένα μόρφωμα αμφιβόλου βιωσιμότητας και νομιμοποιεί την τουρκική εισβολή και κατοχή.

Οι θέσεις αναλυτών και σχολιαστών στην Τουρκία είναι σαφείς όσον αφορά την πρόταση. Το πρώτο ερώτημα τέθηκε παραπάνω με τρόπο που δημιουργεί καχυποψία όσον αφορά το τι μπορεί να κρύβεται πίσω από το βρετανικό σχέδιο. Είναι η λογική του «πολύ καλό για να είναι αληθινό» ή του «που κρύβεται η παγίδα». Η Άγκυρα δεν επιθυμεί την επιστροφή στο καθεστώς της δεκαετίας του ’60 και αυτό παράγει διαφορετικές ερμηνευτικές προσεγγίσεις της βρετανικής πρότασης η οποία (κατά την τουρκική πλευρά) αν εφαρμοστεί θα οδηγήσει στη δημιουργία μίας «μη λειτουργικής ομοσπονδίας». Εκτός κι αν οι Βρετανοί (υποστηρίζουν τούρκοι αναλυτές) έχουν στο μυαλό τη δημιουργία ενός «συγκαλυμμένης μορφής ενιαίου κράτους» («disguised unitary state») κάτι που απορρίπτεται από την Τουρκία. Εξάλλου ο κ. Τατάρ εξελέγη με την στήριξη της Άγκυρας και τη δέσμευση δημιουργίας δύο κρατών. Τουρκία και κατεχόμενα δεν επιθυμούν μια λύση που να καθιστά την Κύπρο ένα de jure ενιαίο κράτος.

Η τουρκική πλευρά προβληματίζεται από τις προβλέψεις του Άρθρου 5. Σύμφωνα με αυτό αν μία απόφαση που λαμβάνεται σε κοινοτικό επίπεδο δεν επικυρώνεται από την κεντρική κυβέρνηση, με απλά λόγια υπάρχει έλλειψης συναίνεσης, η Κυπριακή Δημοκρατία δεν θα προχωράει στη σύναψη συμφωνιών ή θα απέχει. Μία τέτοια επιλογή ουσιαστικά θα εξουδετερώσει τη διεθνή λειτουργικότητα της νήσου με όρους άσκησης πολιτικής και θα οδηγήσει σε ακυβερνησία κάτι που επισημαίνει και η Άγκυρα. Στο σημείο αυτό έχουμε μία διαφοροποίηση από το Σχέδιο Ανάν που προέβλεπε την εμπλοκή μίας διεθνούς επιτροπής.

Μία άλλη αμφιλεγόμενη κατά τους Τούρκους πρόβλεψη αφορά το Άρθρο 6 το οποίο προβλέπει άμεση αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων κατοχής μετά τη σύναψη της Συμφωνίας, κατάργηση του δικαιώματος της Άγκυρας να παρεμβαίνει στρατιωτικά και κατάργηση της Συνθήκης Εγγυήσεων «την 10η επέτειο από τη σύναψη της Συμφωνίας». Σε αυτό το χρονικό σημείο θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί η αποχώρηση και του τελευταίου τούρκου στρατιώτη από το νησί. Αυτό απορρίπτεται από την Τουρκία, καθώς καταργεί το καθεστώς θεσμικής ομηρίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η τουρκική πλευρά – όπως εκφράζεται από ελεγχόμενα από την κυβέρνηση Ερντογάν μέσα – υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή καμία λύση η οποία να απομακρύνει στο σύνολο τους τα τουρκικά στρατεύματα κατοχής, αν και θα μπορούσαν να αποδεχτούν την αριθμητική μείωση τους.         

Τα Άρθρα 7 και 8 αφορούν εδαφικά ζητήματα και ζητήματα επιστροφής περιουσιών τα οποία επί της αρχής αντιμετωπίζονται στη βάση των προηγούμενων Σχεδίων σε συνδυασμό (αξιολόγηση της Άγκυρας) με «κάποιες επιπλέον ρυθμίσεις, αποτέλεσμα της ηττοπαθούς στάσης του Μ. Ακιντζί στο Κραν Μοντανά». Σύμφωνα με Τούρκο αρθρογράφο της Χουριέτ που εκφράζει την πλέον σκληρή γραμμή στη γείτονα, «το να περιμένει κανείς να πάνε οι τουρκοκύπριοι από το 35% του εδάφους που κατέχουν σήμερα στο 29,2% ή 28,2% είναι ουτοπία». Αυτό με την προοπτική να επιστραφούν εδάφη στους ελληνοκύπριους. Παράμετρος που δεν έχει αναλυθεί μέχρι σήμερα είναι το τι επιθυμεί ο ξένος παράγοντας. Αποκωδικοποιώντας τις μέχρι σήμερα θέσεις τους είναι σαφές ότι δεν επιθυμούν την επιστροφή στο προ της εισβολής status. Αυτό έχει και ιστορική τεκμηρίωση. Στις 28 Σεπτεμβρίου 1999 ο Τούρκος πρωθυπουργός Μ. Ετσεβίτ μίλησε στο Washington Institute’s Special Policy Forum. Στην ενημέρωση που ακολούθησε αναφέρθηκε στη συζήτηση με τον Πρ. Κλίντον με θέμα την Κύπρο: «Συζητήσαμε για λίγο, αλλά όσα είπαμε ήταν ουσιαστικά. Ο πρ. Κλίντον μου κατέστησε σαφές ότι καμία λύση στο Κυπριακό δεν θα επανέφερε το νησί στο προ της εισβολής καθεστώς. Αυτό δεν το θεωρούσε αποδεκτό. Ήταν μία ιστορική δήλωση», είπε ο Ετσεβίτ. Ένα χαρτί που δεν έχει χρησιμοποιήσει μέχρι σήμερα η Λευκωσία είναι η αίτηση ένταξης στο ΝΑΤΟ. Η επιλογή αυτή συνοδευόμενη από παράλληλες κινήσεις (πχ. κατάργηση Συνθήκης Εγγυήσεων) μπορεί να μεταφέρει το σύνολο της πίεσης προς την άλλη πλευρά. Τέλος, αν υπάρχει εταίρος ή σύμμαχος πρόθυμος να στηρίξει λύση δύο κρατών να υποθέσουμε ότι είναι διατεθειμένος να αναγνωρίσει και τη βίαιη απόσχιση της Κριμαίας

Απόρρητη ντιρεκτίβα δίνει προτεραιότητα σε Τουρκία

2009

ΠΡΟΕΔΡΙΑ ΟΜΠΑΜΑ: ΣΤΟ ΦΩΣ ΚΕΙΜΕΝΟ-«ΤΥΦΛΟΣΟΥΡΤΗΣ»

* ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΠΡΙΛΙΟ ΑΡΧΙΣΕ ΝΑ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΜΕ ΤΗ ΣΤΑΣΗ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΣΕ ΑΙΓΑΙΟ ΚΑΙ ΚΥΠΡΟ

Του Δ.Π. ΔΗΜΑ

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=64325

Η Ελλάδα έχει περάσει σε «δεύτερη μοίρα» στον αμερικανικό σχεδιασμό και όλο το βάρος και η προσοχή έχουν στραφεί αποκλειστικά στην Τουρκία προς ζημία, φυσικά, των ελληνικων εθνικών συμφερόντων.

Ετσι, κάπως, συνοψίζεται από ανώτατο Αμερικανό παράγοντα, η ουσία της πολιτικής Ομπάμα στα ελληνοτουρκικά, η οποία, κατ’ αυτόν, σκιαγραφείται ανάγλυφα και με τη δέουσα επιχειρηματολογία σε απόρρητο κείμενο-ντιρεκτίβα, των αρχών του έτους και αντανακλάται στις μέχρι τούδε ενέργειες της νέας αμερικανικής κυβέρνησης.

Παράλληλα, για την αποτροπή παράπλευρων απωλειών από τυχόν ελληνικές αντιδράσεις (σ.σ. Βάση Σούδας, αντιαμερικανισμός, Ελληνοαμερικανοί κ.λπ., φέρεται να δόθηκε εντολή σε όλους τους «επικοινωνιακούς δίαυλους» προς την Αθήνα, να μεταφέρουν το μήνυμα πως «η αυξημένη προσοχή προς την Αγκυρα» (σ.σ. κάτι που έμελλε να φανεί) δεν πρόκειται να ‘ναι επιζήμια για τα ελληνικά συμφέροντα.

Ο ανώτατος Αμερικανός παράγων πιστεύει ακράδαντα πως η Αθήνα θα πρέπει ν’ αντιδράσει στον «δόλιο» σχεδιασμό της νέας αμερικανικής κυβέρνησης και να «διεκδικήσει» ανταλλάγματα…

Ρόλος κομπάρσου στην Ελλάδα Αναλυτικότερα, όπως αποκαλύπτεται εγκύρως, οι βαθύτεροι σχεδιασμοί της εξωτερικής πολιτικής Ομπάμα βάζουν την Ελλάδα στο περιθώριο μέχρι νεωτέρας και δίνουν «άμεση και ύψιστη προτεραιότητα» στη γείτονα Τουρκία, γιατί «έτσι και μέσω αυτής μπορούν να εξυπηρετηθούν στο έπακρον» τα αμερικανικά συμφέροντα.

Κατά την παρεχόμενη ερμηνεία, οι Αμερικανοί θέλουν την Ελλάδα σε ρόλο «κομπάρσου» στις μέσω Τουρκίας προωθούμενες επιδιώξεις τους, και αυτό σημαίνει πως στο όνομα μιας «σχετικής ηρεμίας στην περιοχή» η Αθήνα θα γίνει αποδέκτης αυξανόμενων αμερικανικών πιέσεων για να «τα βρει με την Τουρκία» και με όρους -εξυπακούεται- επιζήμιους για τα ελληνικά συμφέροντα, γιατί διαφορετικά η Αγκυρα δεν θα ενδώσει σ’ εκείνα που της ζητά η Ουάσιγκτον.

Κατ’ ελάχιστον, οι αμερικανικοί σχεδιασμοί θεωρούνται άκρως επικίνδυνοι για την πεμπτουσία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής που αφορά την Τουρκία, γιατί αυξάνουν εις πολλαπλούν τις σοβινιστικές εξάρσεις της γείτονος, η οποία, με τις πλάτες της υπερατλαντικής συμμάχου της και υπ’ αυτές τις συνθήκες, θα επιδιώξει τα μέγιστα δυνατά οφέλη στο Κυπριακό, στο Αιγαίο και στο Πατριαρχείο, και θα συνεχίσει την τακτική της στη Θράκη και στη λαθρομετανάστευση.

Συνεπώς, δεν θα πρέπει να εκπλήσσει το ελληνικό ΥΠΕΞ ότι παρά τις ασαφείς συστάσεις (σ.σ. μάλλον ρητορία) Γκόρντον του Αμερικανού βοηθού ΥΠΕΞ, προς την Αγκυρα για να σταματήσει τις υπερπτήσεις πάνω από κατοικημένα νησιά στο Αιγαίο (σ.σ. «Καθημερινή» 5/7/09), η Αγκυρα συνεχίζει με εντατικότερο ρυθμό τις υπερπτήσεις πάνω από τα κατοικημένα νησιά, γιατί «βλέπει χάσμα» μεταξύ της αμερικανικής ρητορείας και των αμερικανικών πράξεων.

24 Ιανουαρίου: το κείμενο – ντιρεκτίβα Σύμφωνα με παρασχεθείσες πληροφορίες, οι αμερικανικές μεθοδεύσεις του πρώτου εξαμήνου της κυβέρνησης Ομπάμα ακολουθουν πιστά ένα απόρρητο σχέδιο δράσης που, όπως λέγεται, υπό μορφή ντιρεκτίβας, και με ημερομηνία 24 Ιανουαρίου 2009 (σ.σ. τέσσερις μέρες μετά την ανάληψη καθηκόντων Ομπάμα), παρεδόθη σαν «τυφλοσούρτης» της νέας πολιτικής στους επικεφαλής του επιτελείου Εθνικής Ασφάλειας (Κλίντον, Τζόουνς και Γκέιτς) για τα περαιτέρω…

Οπως είναι φυσικό, ένα τέτοιο κείμενο υψηλής πολιτικής στις προτεραιότητες της αμερικανικής εθνικής ασφάλειας δεν μπορεί παρά να τυγχάνει της απόλυτης γνώσης και έγκρισης του Αμερικανού προέδρου και να φέρει τις «ευλογίες» του.

«Εχουν αποφασίσει να βάλουν την Ελλάδα “κατά μέρος” (…”to put Greece aside”…) και να ρίξουν το βάρος στην Τουρκία για τα επόμενα 2-3 χρόνια, με τη λογική πως “χρειαζόμαστε την Τουρκία… για τον μουσουλμανικό κόσμο”…», αποκαλύπτει ο ανώτατος Αμερικανός παράγων που μίλησε ελεύθερα στην «Ε», αφού προηγουμένως είχε εύλογα και κατά ιδιότυπο τρόπο, διασφαλίσει την ανωνυμία του.

Στο συγκεκριμένο απόρρητο κείμενο που θεωρείται η «μητέρα» όλων των έκτοτε ενεργειών, λέγεται πως καταγράφονται (σ.σ. προφανώς μέσα σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο αξιολόγησης της αμερικανικής πολιτικής με άξονα την Τουρκία), οι αρκούντως ευνοϊκές διαθέσεις και συστάσεις για τη γείτονα, μάλιστα σε τέτοιο βάθος και έκταση, που προκαλούν «αγανάκτηση», κατά τον ενημερωμένο παράγοντα, ο οποίος εύλογα και με τον «τρόπο» του, θέλησε να κρούσει τον κώδωνα κινδύνου και να στείλει ένα μήνυμα προειδοποίησης προς την Αθήνα για τη διπλοπροσωπία του επιτελείου εξωτερικής πολιτικής του προέδρου Ομπάμα.

Αρχικές απορίες και υπόνοιες της «Ε» για τον τρόπο δράσης και σχεδιασμό του επιτελείου Ομπάμα για τον εναγκαλισμό της Τουρκίας στους πρώτους κιόλας μήνες της νέας κυβέρνησης βρήκαν την απάντηση τους το τελευταίο 10ήμερο του Μαΐου όταν, κάτω από ασυνήθιστες συνθήκες, ήλθε στην προσοχή της «Ε» η ύπαρξη του απόρρητου κειμένου της 24ης Ιανουαρίου, το περιεχόμενο του οποίου έριχνε άπλετο φως στις αμερικανικές κινήσεις.

Περαιτέρω, δε, από νεότερες συγκλίνουσες εκτιμήσεις προκύπτει πως το απόρρητο εκείνο κείμενο, που σημειωτέον συντάχθηκε καθ’ ομολογίαν ενος εκ των συντακτών του, με τη συμβολή παλαιών και νέων ανώτατων Αμερικανών αξιωματούχων της μεταβατικής εκείνης περιόδου, φέρεται να ‘χει τις «ρίζες» του στο «σκεπτικό» του Κέντρου για Αμερικανική Πρόοδο (Center for American Progress-CAP) που τον περασμένο Δεκέμβριο συνέταξε εμπεριστατωμένη έκθεση για την ανάγκη «αναβίωσης» της «παραμελημένης συμμαχίας» ΗΠΑ και Τουρκίας.

Εδωσε γραμμή ο Σόρος Το CAP συνιστούσε στον νεοκλεγέντα πρόεδρο, μόλις τρεις εβδομάδες προ της αναλήψεως των καθηκόντων του, να κάνει την Τουρκία «σημαία» της εξωτερικής του πολιτικής και τον παρότρυνε να επισκεφθεί την Τουρκία αμέσως στην αρχή της θητείας του, στο πλαίσιο μάλιστα ευρωπαϊκής περιοδείας, για να στείλει έτσι το αμερικανικό μήνυμα περί της ευρωπαϊκής διάστασης της γείτονος προς Γερμανούς και Γάλλους -όπερ και εγένετο.

Είναι αξιοσημείωτο πως πρόεδρος του CAP είναι ο Τζον Ποντέστα, «παλιά καραβάνα» στον κόσμο του λόμπι στην Ουάσιγκτον που διετέλεσε επικεφαλής της μεταβατικής ομάδας Ομπάμπα (transition team) και ασφαλώς στον «κόσμο της Ουάσιγκτον» μόνον αφελώς θα μπορούσε να θεωρηθεί τυχαίο γεγονός το «φύτευμα» των αντιλήψεων και συστάσεων της έκθεσης του CAP στο απόρρητο έγγραφο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ του Ιανουαρίου και μάλιστα σε προχωρημένη εκδοχή.

Ειρήσθω εν παρόδω πως το «μεγάλο αφεντικό» του CAP, ιδρυτής και χρηματοδότης του, είναι ο χρηματιστής και υπέρμαχος της ένταξης της Τουρκίας στην Ενωση, Τζορτζ Σόρος, ο οποίος επέλεξε προσωπικά τον Ποντέστα να ηγηθεί του κέντρου το 2003, που πρωτοσυστάθηκε, γιατί, προφανώς, θαύμασε τις «ταχυδακτυλουργίες» του ιταλο-ελληνικής καταγωγής Ποντέστα κατά τη θητεία του ως «προσωπάρχη» στον Λευκό Οίκο των Κλίντον, την εποχή Λεβίνσκι.

Κατά τον ανώτατο Αμερικανό παράγοντα «ετοιμάζονται να δώσουν στην Τουρκία ό,τι θέλει στο Κυπριακό» μέχρι τα τέλη της χρονιάς και αυτό αποτελεί μία από τις βραχυπρόθεσμες αρνητικές συνέπειες για τον Ελληνισμό στον βωμό των γεωπολιτικών σκοπιμοτήτων του επιτελείου Ομπάμα (σ.σ. ενδεικτική επ’ αυτού ήταν η δήλωση του εισέτι περιφερόμενου προς ανεύρεση εργασίας Ματ Μπράιζα, πρόσφατα στην Κύπρο, πως «δεν μπορούμε να πιέσουμε την Τουρκία»…).

Σύμφωνα με άλλους κύκλους, ετοιμάζεται και προωθείται από αμερικανικής πλευράς και σε συνεργασία με κάποιους Ευρωπαίους, μια εν είδει προσωρινής ή ενδιάμεσης συμφωνία για το Κυπριακό με διατάξεις που «ακόμη και ο Χριστοφιάς δεν θα μπορούσε να δεχθεί» κατά μία άποψη, αλλά που θα εξυπηρετεί πρωτίστως τις ανάγκες της Τουρκίας για προώθηση της ευρωπαϊκής της πορείας.

«Είναι προσβλητικό» για όλους εκείνους τους Ελληνοαμερικανούς που συνέλεξαν τόσα χρήματα για την προεκλογική εκστρατεία του Ομπάμα και της Κλίντον και τώρα «ετοιμάζονται να τους πουλήσουν», λέγεται εγκύρως.

Εξάλλου, υποδεικνύεται πως δεν ήταν τυχαίες οι δηλώσεις Γκόρντον σε δύο περιπτώσεις, στις οποίες θέλησε να «θολώσει τη φύση της τουρκικής στρατιωτικής κατοχής στην Κύπρο, χαρακτηρίζοντάς την ως “παρουσία”…».

Κατά τις σχετικές πληροφορίες, ομοίως η επίσκεψη Ομπάμα στην Τουρκία, αλλά και ο «χειρισμός» του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, κατά τρόπο που να μην «προσβληθούν» οι Τούρκοι, ήταν αντικείμενο προσοχής στο κείμενο της 24ης Ιανουαρίου.

Τον Απρίλιο είχε ηδη επιβεβαιωθεί Οι εξελίξεις τον Απρίλιο επιβεβαίωσαν κατά τον πλέον κραυγαλέο τρόπο το «πνεύμα» του μνημονίου, με την άρνηση Ομπάμα να μεταβεί στο Φανάρι και, τελικά, μόνο έπειτα από πίεση Ελληνοαμερικανών, την τελευταία στιγμή, δέχθηκε ο Αμερικανός πρόεδρος να συναντηθεί στο ξενοδοχείο του κατ’ ιδίαν με τον κ. Βαρθολομαίο (σ.σ. οι φωτογραφίες της συνάντησης δόθηκαν με καθυστέρηση στη δημοσιότητα, αλλά και η ίδια η συνάντηση είχε ορισθεί να ‘ναι πολυμερής, μέχρι της παρεμβάσεως των Ελληνοαμερικανών…).

Τώρα, στο συγκεκριμένο μνημόνιο φέρεται να στηρίχθηκε η κ. Κλίντον στις ενημερώσεις που έκανε στη Γερουσία εκείνη την εβδομάδα και ιδιαίτερα στην «επικοινωνία» της με τον Ρεπουμπλικανό Ρίτσαρντ Λούγκαρ της Επιτροπής Εξωτερικών, στην οποία, όπως έχει αποκαλύψει η «Ε» (25/2/09) του επισήμαινε τον «ζωτικής σημασίας» ρόλο της Τουρκίας για τα αμερικανικά ενεργειακά συμφέροντα (σ.σ. ιδιαίτερα για την πρόσφατα υπογραφείσα συμφωνία του Nabucco), και όπως εγκύρως λέγεται, ο ανταγωνισμός τους με τη Ρωσία και η μέσω Τουρκίας εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους είναι έτερον σημαντικός λόγος της συνειδητής απόφασης περιθωριοποίησης της Ελλάδας από την κυβέρνηση Ομπάμα.

Περαιτέρω επιβεβαίωση των όσων προφανώς αναγράφονται στο απόρρητο έγγραφο της 24ης Ιανουαρίου αποτελεί ανάγλυφα η κατάθεση Γκόρντον στο Κογκρέσο (17 Ιουνίου ’09), όπου υποστήριξε διθυραμβικά πως η Τουρκία είναι «κρίσιμης» γεωπολιτικής σημασίας για τις ΗΠΑ και η Ελλάδα απλώς μια «σημαντική» σύμμαχος, περιγράφοντας την εν είδει «κομπάρσου» στους αμερικανικούς σχεδιασμούς.

Το επικίνδυνο σ’ όλα αυτά είναι πως ενώ δεν παραγνωρίζεται εν γένει η πραγματική γεωπολιτική σημασία της γείτονος, η Ουάσιγκτον με τον «τρόπο» της κάνει πλάτες στην Αγκυρα, η οποία πλήρως αποθρασυμένη αλωνίζει στο Αιγαίο, λέγεται αρμοδίως.

Κατά τα λοιπά, τον περασμένο Μάρτιο, ο Αμερικανός πρέσβης Νταν Σπέκχαρντ επέστρεψε στην Αθήνα ύστερα από διαβουλεύσεις στην Ουάσιγκτον, επιφορτισμένος και «οπλισμένος» με ενημερωτικά σημειώματα, να «πείσει» τους συνομιλητές του στην Αθήνα πως το νέο επιτελείο εξωτερικής πολιτικής έχει… «αγαθές» προθέσεις για την Ελλάδα και να μην «παρερμηνεύονται» οι κινήσεις Ομπάμα σε ό,τι αφορά την Τουρκία.

Φυσικά, «ξέχασαν» να ενημερώσουν τον κ. Σπέκχαρντ για τον βαθύτερο αμερικανικό σχεδιασμό και λογικά οι Ελληνες συνομιλητές του θα πρέπει ν’ αντιληφθούν πως όσα συζητούν μαζί του δεν πάνε και πολύ μακριά…

Τώρα, το κείμενο του Ιανουαρίου μέχρι πρότινος παρέμενε απόρρητο, γιατί έπειτα από ενδοϋπηρεσιακές διαβουλεύσεις έκριναν πως θα πρέπει να παραμείνει έτσι για καμιά 3ετία, μέχρι να ολοκληρωθεί ο σχεδιασμός τους και μετά να το «καταχωνιάσουν» κάπου (σ.σ. κατ’ επίταξη της νομοθεσίας FOIA) που θα ‘ναι δύσκολο να βρεθεί σύντομα.dpdimas@hotmail.com

ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΑΘΗΝΩΝ – ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ (1977-1988) ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ ΝΙΚΟΣ

Στόχος της μελέτης είναι να αναδείξει τις σχέσεις Αθηνών-Λευκωσίας στο πλαίσιο της ιστορικής εξέλιξης και της διαδικασίας επίλυσης του κυπριακού τη δεκαετία 1977-1988. Την ίδια στιγμή, μέσα από τη μελέτη επιχειρείται να καλυφθεί ένα χρονολογικό κενό σε σχέση με την ιστορία του κυπριακού τα κρίσιμα χρόνια 1977-1988, περίοδο κατά την οποία αναπτύχθηκαν σημαντικές πρωτοβουλίες για επίλυση του προβλήματος και έλαβαν χώρα σημαντικές πολιτικές εξελίξεις στο εσωτερικό του νησιού και την Ελλάδα, που επηρέασαν την πορεία του προβλήματος. Μέσα από την παρουσίαση και ανάλυση των γεγονότων, η μελέτη, ανάμεσα σε άλλα, επιχειρεί να δώσει απαντήσεις σε ερωτήματα, όπως το πώς η συνεργασία ανάμεσα στα δύο κράτη επηρέασε τις εξελίξεις στο κυπριακό, κατά πόσον υπήρχε στρατηγική και σχεδιασμός για το κυπριακό, αν υπήρχε ιεράρχηση στόχων, κατά πόσον είχαν τεθεί, από Αθήνα και Λευκωσία, “κόκκινες γραμμές” σε σχέση με τις βασικές πρόνοιες της προσδοκώμενης λύσης του κυπριακού, εάν ήταν εποικοδομητική και αποτελεσματική η σχέση ανάμεσα στις δύο πρωτεύουσες, ποιος ο ρόλος των εκάστοτε ηγετών και πρωταγωνιστών της εποχής σε Ελλάδα και Κύπρο, ως προς τον τρόπο που εξελίχθηκαν οι σχέσεις ανάμεσα στις δύο πρωτεύουσες, αλλά και ως προς την πορεία του προβλήματος την κρίσιμη περίοδο 1977-1988. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

https://www.politeianet.gr/books/9789600806007-christodoulidis-nikos-sideris-i-oi-scheseis-athinon-leukosias-kai-to-kupriako-1977-1988-223334

Εικόνα