Η Βρετανική πρόταση για επίλυση του Κυπριακού: οι παγίδες για Λευκωσία και οι τουρκικές ενστάσεις

Η Βρετανική πρόταση για επίλυση του Κυπριακού: οι παγίδες για Λευκωσία και οι τουρκικές ενστάσεις

Γ. Βοσκόπουλος, Αναπλ. Καθηγητής Ευρωπαϊκών Σπουδών, π. πρόεδρος τμ. ΔΕΣ, ΠΑΜΑΚ

Cna Tb7503aa371734a1aa46c96b0d3908ab3
*pic:cyprus-mail

Στην πρόσφατη συνάντηση ανάμεσα στον ηγέτη των τουρκοκυπρίων Τατάρκαι τονDominic Raab (U.K. Secretary of State for Foreign, Commonwealth and Development Affairs) ένα από τα θέματα που συζητήθηκαν ήταν το πλαίσιο επίλυσης του Κυπριακού. Ο Βρετανός αξιωματούχος υπέβαλλε ένα σχέδιο για το οποίο του ασκήθηκε έντονη κριτική από την αντιπολίτευση στο εσωτερικό του ΗΒ. Σε επιστολή που δημοσιεύτηκε στην Telegraph, ο Fabian Hamilton, Shadow Minister for Peace and Disarmament και η Catherine West, Shadow Minister for Europe and the Americas, εξέφρασαν τον προβληματισμό τους για την «ασάφεια» των προτάσεων Raab οι οποίες θεωρούν ότι υπονομεύουν τις παραδοσιακές θέσεις του ΗΒ έναντι του Κυπριακού (δι-ζωνική, δι-κοινοτική ομοσπονδία). Αυτό καθώς ξεπερνούν τις κόκκινες γραμμές που έχουν τεθεί από τη βρετανική διπλωματία. Στην επιστολή τους υπενθυμίζουν ότι το ΗΒ είναι «ιστορικά δεσμευμένο έναντι της ασφάλειας της Κυπριακής Δημοκρατίας». Φαίνεται ότι το σχέδιο ουσιαστικά αναιρεί πάγιες θέσεις του ΗΒ για μία λύση ομοσπονδίας και κυρίως ότι εμπνευστής του είναι η τουρκοκυπριακή πλευρά η οποία φέρεται να το προώθησε στον Dominic Raab λίγο πριν την επίσκεψη του στα κατεχόμενα σύμφωνα με τους Hamilton/West.

Οι βρετανικές προτάσεις προβλημάτισαν την Άγκυρα, αν και στοιχεία που περιέχουν ικανοποιούν τους διαχρονικούς στόχους της. Μάλιστα σε σχολιασμό στον τουρκικό τύπο επισημαίνεται η καχυποψία με την οποία αντιμετωπίζουν ελληνοκύπριοι και τουρκοκύπριοι τη βρετανική παρέμβαση. Στην πρόταση τα δύο συμβαλλόμενα μέρη αποκαλούνται “Κοινοτικά κυρίαρχα κράτη” («Communal states”) όρος που αξιολογήθηκε στην Τουρκία ως «ασαφής και σκοτεινός».

Στην πρόταση η νέα πολιτεία (σήμερα Κυπριακή Δημοκρατία) θα προσδιορίζεται τυπικά ως ομοσπονδία αλλά λειτουργικά θα φέρει σαφή χαρακτηριστικά συνομοσπονδίας με κοινή εκπροσώπηση στην ΕΕ. Το κρίσιμο για την ελληνοκυπριακή πλευρά ερώτημα τέθηκε από τον ίδιο το σχολιαστή της Χουριέτ. «Αν τα δύο Κοινοτικά κυρίαρχα κράτη της προτεινόμενης Κυπριακής Συνομοσπονδίας έχουν δικαίωμα να ασκούν ανεξάρτητα κυριαρχικά δικαιώματα, υπογράφοντας διμερείς συμφωνίες στα πεδία της οικονομίας, ασφάλειας και εξωτερικής πολιτικής, ξεχωριστή εκπροσώπηση σε διεθνείς αθλητικές διοργανώσεις, σε επίπεδο παιδείας και υγείας, ποιες θα είναι οι εξουσίες που θα διαθέτει η κεντρική συνομοσπονδιακού χαρακτήρα κυβέρνηση»; Αν και η παραπάνω πολιτειακή ερμηνεία της πρότασης ικανοποιεί την Άγκυρα, αντιμετωπίζεται με καχυποψία. Το ερώτημα βέβαια είναι οντολογικό όσο και ουσιαστικό, αφού μία τέτοια λύση καταργεί την Κυπριακή Δημοκρατία, δημιουργεί ένα μόρφωμα αμφιβόλου βιωσιμότητας και νομιμοποιεί την τουρκική εισβολή και κατοχή.

Οι θέσεις αναλυτών και σχολιαστών στην Τουρκία είναι σαφείς όσον αφορά την πρόταση. Το πρώτο ερώτημα τέθηκε παραπάνω με τρόπο που δημιουργεί καχυποψία όσον αφορά το τι μπορεί να κρύβεται πίσω από το βρετανικό σχέδιο. Είναι η λογική του «πολύ καλό για να είναι αληθινό» ή του «που κρύβεται η παγίδα». Η Άγκυρα δεν επιθυμεί την επιστροφή στο καθεστώς της δεκαετίας του ’60 και αυτό παράγει διαφορετικές ερμηνευτικές προσεγγίσεις της βρετανικής πρότασης η οποία (κατά την τουρκική πλευρά) αν εφαρμοστεί θα οδηγήσει στη δημιουργία μίας «μη λειτουργικής ομοσπονδίας». Εκτός κι αν οι Βρετανοί (υποστηρίζουν τούρκοι αναλυτές) έχουν στο μυαλό τη δημιουργία ενός «συγκαλυμμένης μορφής ενιαίου κράτους» («disguised unitary state») κάτι που απορρίπτεται από την Τουρκία. Εξάλλου ο κ. Τατάρ εξελέγη με την στήριξη της Άγκυρας και τη δέσμευση δημιουργίας δύο κρατών. Τουρκία και κατεχόμενα δεν επιθυμούν μια λύση που να καθιστά την Κύπρο ένα de jure ενιαίο κράτος.

Η τουρκική πλευρά προβληματίζεται από τις προβλέψεις του Άρθρου 5. Σύμφωνα με αυτό αν μία απόφαση που λαμβάνεται σε κοινοτικό επίπεδο δεν επικυρώνεται από την κεντρική κυβέρνηση, με απλά λόγια υπάρχει έλλειψης συναίνεσης, η Κυπριακή Δημοκρατία δεν θα προχωράει στη σύναψη συμφωνιών ή θα απέχει. Μία τέτοια επιλογή ουσιαστικά θα εξουδετερώσει τη διεθνή λειτουργικότητα της νήσου με όρους άσκησης πολιτικής και θα οδηγήσει σε ακυβερνησία κάτι που επισημαίνει και η Άγκυρα. Στο σημείο αυτό έχουμε μία διαφοροποίηση από το Σχέδιο Ανάν που προέβλεπε την εμπλοκή μίας διεθνούς επιτροπής.

Μία άλλη αμφιλεγόμενη κατά τους Τούρκους πρόβλεψη αφορά το Άρθρο 6 το οποίο προβλέπει άμεση αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων κατοχής μετά τη σύναψη της Συμφωνίας, κατάργηση του δικαιώματος της Άγκυρας να παρεμβαίνει στρατιωτικά και κατάργηση της Συνθήκης Εγγυήσεων «την 10η επέτειο από τη σύναψη της Συμφωνίας». Σε αυτό το χρονικό σημείο θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί η αποχώρηση και του τελευταίου τούρκου στρατιώτη από το νησί. Αυτό απορρίπτεται από την Τουρκία, καθώς καταργεί το καθεστώς θεσμικής ομηρίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η τουρκική πλευρά – όπως εκφράζεται από ελεγχόμενα από την κυβέρνηση Ερντογάν μέσα – υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή καμία λύση η οποία να απομακρύνει στο σύνολο τους τα τουρκικά στρατεύματα κατοχής, αν και θα μπορούσαν να αποδεχτούν την αριθμητική μείωση τους.         

Τα Άρθρα 7 και 8 αφορούν εδαφικά ζητήματα και ζητήματα επιστροφής περιουσιών τα οποία επί της αρχής αντιμετωπίζονται στη βάση των προηγούμενων Σχεδίων σε συνδυασμό (αξιολόγηση της Άγκυρας) με «κάποιες επιπλέον ρυθμίσεις, αποτέλεσμα της ηττοπαθούς στάσης του Μ. Ακιντζί στο Κραν Μοντανά». Σύμφωνα με Τούρκο αρθρογράφο της Χουριέτ που εκφράζει την πλέον σκληρή γραμμή στη γείτονα, «το να περιμένει κανείς να πάνε οι τουρκοκύπριοι από το 35% του εδάφους που κατέχουν σήμερα στο 29,2% ή 28,2% είναι ουτοπία». Αυτό με την προοπτική να επιστραφούν εδάφη στους ελληνοκύπριους. Παράμετρος που δεν έχει αναλυθεί μέχρι σήμερα είναι το τι επιθυμεί ο ξένος παράγοντας. Αποκωδικοποιώντας τις μέχρι σήμερα θέσεις τους είναι σαφές ότι δεν επιθυμούν την επιστροφή στο προ της εισβολής status. Αυτό έχει και ιστορική τεκμηρίωση. Στις 28 Σεπτεμβρίου 1999 ο Τούρκος πρωθυπουργός Μ. Ετσεβίτ μίλησε στο Washington Institute’s Special Policy Forum. Στην ενημέρωση που ακολούθησε αναφέρθηκε στη συζήτηση με τον Πρ. Κλίντον με θέμα την Κύπρο: «Συζητήσαμε για λίγο, αλλά όσα είπαμε ήταν ουσιαστικά. Ο πρ. Κλίντον μου κατέστησε σαφές ότι καμία λύση στο Κυπριακό δεν θα επανέφερε το νησί στο προ της εισβολής καθεστώς. Αυτό δεν το θεωρούσε αποδεκτό. Ήταν μία ιστορική δήλωση», είπε ο Ετσεβίτ. Ένα χαρτί που δεν έχει χρησιμοποιήσει μέχρι σήμερα η Λευκωσία είναι η αίτηση ένταξης στο ΝΑΤΟ. Η επιλογή αυτή συνοδευόμενη από παράλληλες κινήσεις (πχ. κατάργηση Συνθήκης Εγγυήσεων) μπορεί να μεταφέρει το σύνολο της πίεσης προς την άλλη πλευρά. Τέλος, αν υπάρχει εταίρος ή σύμμαχος πρόθυμος να στηρίξει λύση δύο κρατών να υποθέσουμε ότι είναι διατεθειμένος να αναγνωρίσει και τη βίαιη απόσχιση της Κριμαίας

Κυπριακό: Επίλυση ή de jure κορύφωση του δράματος;

logia starata, 4/3/2014

Γράφει ο Γιώργος Βοσκόπουλος

Αναπληρωτής Καθηγητής Ευρωπαϊκών Σπουδών

Οι διεθνείς πιέσεις για επίλυση του Κυπριακού εντείνονται με ένταση που δεν έχει ιστορικό προηγούμενο, αφού η δημοσιονομική αδυναμία Ελλάδας και Κύπρου λειτούργησε ως μία κερκόπορτα την οποία αφελώς και επικινδύνως άφησαν αφύλαχτη σε Λευκωσία και Κύπρο. Ήταν η ώριμη στιγμή (ripe moment) την οποία εκμεταλλεύονται τρίτοι σε μία διαδικασία επίλυσης κρίσεων.

Υπό τις παρούσες συνθήκες τα δεδομένα που θα πρέπει να κρατήσουμε σε επίπεδο επιλογής μεταξύ εναλλακτικών λύσεων είναι τα εξής

Πρώτον, σε στιγμές καταγεγραμμένης αδυναμίας ένας ηγέτης δεν λαμβάνει αποφάσεις που θα λειτουργήσουν ως πρόκριμα, δεσμευτικού χαρακτήρα για το μέλλον. Ο Ν. Αναστασιάδης όφειλε πάση θυσία να κερδίσει χρόνο αλλά δεν το έπραξε. Το κοινό ανακοινωθέν δεν ενέχει απλά ρηματικό χαρακτήρα αλλά προσδιορίζει το πλαίσιο, κατευθυντήριες γραμμές επίλυσης του Κυπριακού, τους όρους αλλά και τον ασαφή πολιτειακό χαρακτήρα της οντότητας που θα προκύψει από μία πιθανή συμφωνία.

Δεύτερον, το νέο μόρφωμα, παρά τις γνωμοδοτήσεις των Βρετανών νομικών συμβούλων εμπεριέχει ασάφειες ως προς τη συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το Κυπριακό είναι πολιτικό και όχι νομικό ζήτημα, συνεπώς η αξιολόγηση τους (“in my opinion”) ότι το νέο μόρφωμα αποτελεί συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας θα πρέπει να αναλύεται στην πραγματική πολιτική διάσταση του. Το προτεινόμενο πλαίσιο περιλαμβάνει καταστατικές και οργανωτικές δεσμεύσεις που παραπέμπουν σε συνομοσπονδία και όχι ομοσπονδία, οπότε ικανοποιείται απόλυτα η Άγκυρα και δικαιολογείται το μότο Ερντογάν «δεν υπάρχει χώρα που ονομάζεται Κύπρος».

Τρίτον, η Άγκυρα συνδέει ευφυέστατα την επίλυση του Κυπριακού με το στρατηγικό στόχο να καταστεί κεντρικός παίκτης μεταφοράς του φυσικού αερίου. Τον «ορθολογισμό» αυτής της επιλογής υποστήριξε ο Τούρκος υπουργός ενέργειας Τ. Γιλντίζ αλλά ατυχώς και ο κ. Αναστασιάδης. Μία τέτοια εξέλιξη θα της δώσει προστιθέμενη γεωστρατηγική αξία, αφού ως ένα κομβικό κράτος στο ενεργειακό πεδίο θα εξουδετερώσει τα κίνητρα στήριξης των διπλωματικών προσπαθειών της Κύπρου να οικοδομήσει ένα στρατηγικό άξονα με το Ισραήλ. Ουσιαστικά θα έχει ακυρωθεί άδοξα η ευφυής πολιτική του αείμνηστου Τ. Παπαδόπουλου, ενώ παράλληλα θα δώσει κίνητρα στο Τελ Αβίβ να αποκαταστήσει καταστατικά τις σχέσεις του με την Άγκυρα. Όλα αυτά σε μία εποχή κατά την οποία επιχειρείται συγκροτημένα να πειστεί το Ισραήλ ότι Κύπρος και Ελλάδα μπορούν να του προσφέρουν το απαραίτητο στρατηγικό βάθος.

Τέταρτον, η άποψη της Άγκυρας, όπως εκφράστηκε με άρθρο της Β. Yinanc, στη Χουριέτ, είναι ότι ο κ. Αναστασιάδης είναι ο κατάλληλος άνθρωπος για την επίλυση του Κυπριακού, γεγονός το οποίο έσπευσαν να εκμεταλλευθούν ΗΠΑ και Τουρκία. Η αποφασιστική εμπλοκή της Ουάσινγκτον στο Κυπριακό και οι πιέσεις που ασκούν στη Λευκωσία ικανοποιούν απόλυτα την τουρκική πλευρά, όπως αποκαλύπτει στη Χουριέτ η Β. Yinanc. Τούρκοι αναλυτές και διπλωμάτες θεωρούν ότι σημείο κλειδί για την ενεργοποίηση των Αμερικανών ήταν η άνοδος στην εξουσία του κ. Αναστασιάδη, τον οποίο θεωρούν ως τον αδύναμο κρίκο του πλαισίου διαπραγμάτευσης. Ο Κύπριος πρόεδρος εμφανίζεται ως υπέρμαχος της επίλυσης του ενεργειακού προβλήματος της Τουρκίας, καθώς σύμφωνα με τον ίδιο «μια συμφωνία για επανένωση της Κύπρου, θα συμβάλει στην μείωση των ενεργειακών αναγκών της Τουρκίας» και θα συμβάλει στην βελτίωση των Τουρκο-ισραηλινών σχέσεων. Δεν κάνει καμία αναφορά στα συμφέροντα της Κυπριακής Δημοκρατίας και φαίνεται να θυσιάζει την Κύπρο προκειμένου να υλοποιήσει στόχους της Τουρκίας και των ΗΠΑ.

Πέμπτον, ο προτεινόμενος τρόπος «επίλυσης» του Κυπριακού αποτελεί το πρώτο βήμα υλοποίησης του μακροχρόνιου τουρκικού σχεδιασμού. Όπως αποκάλυψε σε συνέντευξη του στο πρακτορείο Ανατολή ο τούρκος πρέσβης στην Αθήνα Κ. Ουράς με την επανένωση της νήσου η Κύπρος ουσιαστικά θα τεθεί υπό τον τουρκικό έλεγχο και θα αποτελέσει υπέρμαχο της ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ. Συνέδεσε μάλιστα την ελληνική προεδρία της ΕΕ και την «επίλυση» του Κυπριακού με τρόπο που σημειολογικά ενοχοποιεί την άβουλη ελληνική κυβέρνηση. Προέβλεψε ότι «από εκεί που η Κύπρος ήταν μια χώρα που μας φρέναρε θα γίνει ο Νο1 υποστηρικτής μας. Υπουργός Εξωτερικών θα είναι Ελληνοκύπριος και ο υπουργός ΕΕ. Τουρκοκύπριος. Όταν πίσω από την ταμπέλα της Κύπρου κάτσει ένας Τουρκοκύπριος θα υπερασπιστεί διαφορετικά την υποψηφιότητα της Τουρκίας και η χώρα που την μπλοκάρει θα γίνει μια χώρα που την υπερασπίζεται». Δύο ακόμα σημεία της συνέντευξης του τούρκου διπλωμάτη έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Πρώτον, ότι οι πρόσφυγες των κατεχόμενων θα αποζημιωθούν από τη δημιουργία ενός ταμείου αποζημιώσεων και δεύτερον ότι «η ίδρυση της Κύπρου θα είναι σταδιακή». Ουσιαστικά εδώ κάνει άμεση αναφορά στη δημιουργία ενός νέου κράτους με δύο κυριαρχίες.

Ο Ν. Αναστασιάδης προσέρχεται στις διαπραγματεύσεις επικίνδυνα ελλιποβαρής, δημιουργώντας ταυτόχρονα πολιτική κρίση στην Κύπρο. Οι αποφάσεις του θα κρίνουν την τύχη του ελληνισμού στην διττή και αδιαίρετη στρατηγικά χωροταξία Ελλάδας – Κύπρου.

Γιώργος Βοσκόπουλος, Αναπληρωτής Καθηγητής Ευρωπαϊκών Σπουδών
Πρόεδρος Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη

http://www.logiastarata.gr/2014/03/de-jure.html