Ελλάς – Τουρκία το 7 προς 10

4.6.2016 / ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ

Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1919 στις 02-06-2016

Η υπονόμευση υπέρ της Άγκυρας της στρατιωτικής βοήθειας από τις ΗΠΑ

Τον θυμηθήκαμε γιατί τον περασμένο μήνα εγκατέλειψε τον μάταιο τούτο κόσμο ο παλιός γνωστός –για τους παλιότερους– Αμερικανός «φίλος» της Ελλάδας: Ο Μόντι Στερνς. Ο Στερνς, διπλωμάτης καριέρας, γυρόφερνε στο πόστο της Αθήνας από το 1955 και κατά την πρώτη διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, από το 1981 μέχρι το 1985, ήταν ο Αμερικανός πρέσβης στην ελληνική πρωτεύουσα.

Έχοντας περάσει πάνω από μία δεκαετία στη χώρα μας, αν μη τι άλλο ο Μόντι Στερνς ήταν βαθύς γνώστης της πολυπλοκότητας των σχέσεων που συντηρούσε η χώρα του στο τρίγωνο Αθήνας-Άγκυρας-Λευκωσίας. Την εμπειρία του αυτή μάλιστα την κατέγραψε σε ένα βιβλίο με τον εύγλωττο τίτλο «Περίπλοκες συμμαχίες», που εκδόθηκε και στα ελληνικά το 1992 από τις εκδόσεις «Το Ποντίκι» και έχει πια εξαντληθεί.

Στο εν λόγω βιβλίο ο Αμερικανός διπλωμάτης περιγράφει την αμερικανική πολιτική στην Ελλάδα, την Τουρκία και την Κύπρο. Καθώς η αναζήτηση από την πλευρά της Ουάσιγκτον των τρόπων διαιώνισης του ελέγχου της περιοχής συνεχίζεται, και το Κυπριακό και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις εξακολουθούν να είναι οι παράγοντες της αστάθειας στην περιοχή (και ταυτόχρονα η βάση για τον αμερικανικό έλεγχο), αξίζει τον κόπο να ανατρέξουμε στα όσα ο Μόντι Στερνς έγραφε από τότε για τη κατανομή της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας προς Ελλάδα και Τουρκία.

Τώρα, δυόμισι δεκαετίες αργότερα, και καθώς η ισορροπία στρατιωτικής ισχύος έχει ανατραπεί σε βάρος της Ελλάδας και υπέρ της Τουρκίας, έχει ενδιαφέρον να δούμε τις απαρχές αυτής της «διαταραχής», η οποία ξεκίνησε από την υπονόμευση της αναλογίας 7 προς 10 της παρεχόμενης από την Ουάσιγκτον βοήθειας σε Αθήνα και Άγκυρα. Η ιστορία βοηθά πάντα, άλλωστε, για την εξαγωγή συμπερασμάτων στο (δύσκολο) παρόν… 

Ας δώσουμε τον λόγο, λοιπόν, στον Μόντι Στερνς από το βιβλίο του «Περίπλοκες συμμαχίες». 

Η ποσοστοποίηση της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας προς την Ελλάδα και την Τουρκία έχει μεταβληθεί σε μήλο της Έριδος και προκαλεί τόσο σκληρές διαμάχες ανάμεσα στους παραλήπτες της, όσο αυτές που προκάλεσε και το μήλο που έδωσε ο Πάρις στην Αφροδίτη, με κατάληξη τον Τρωικό Πόλεμο. 

Σε διάστημα μεγαλύτερο των 40 ετών, από το 1947 μέχρι το 1991, η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς την Τουρκία έφτασε τα εννέα δισεκατομμύρια δολάρια και αυτή προς την Ελλάδα ξεπέρασε τα πέντε δισεκατομμύρια δολάρια. Οι ετήσιες προτάσεις βοήθειας από την εκτελεστική εξουσία και οι ενέργειες που συνοδεύουν την έγκριση από το Κογκρέσο και τη διαδικασία της χορήγησης είναι γνωστές τόσο στις κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Τουρκίας όσο και στα υπουργεία Άμυνας και Εξωτερικών. Αυτό έγινε περισσότερο σαφές μετά την κυπριακή κρίση του 1974, όταν η τουρκική κατοχή του 36% του νησιού, η οποία ήταν συνέπεια ενός πραξικοπήματος της Αθήνας εναντίον της νόμιμης κυβέρνησης της Κύπρου, ανάγκασε το Κογκρέσο, τον Φεβρουάριο του 1975, να επιβάλει εμπάργκο στην αποστολή όπλων προς την Τουρκία, το οποίο διατηρήθηκε μέχρι τον Αύγουστο του 1978. 

Εκείνο τον χρόνο, με μια τροποποίηση του νόμου περί Εξωτερικής Βοήθειας του 1961, το Κογκρέσο διέκοψε το εμπάργκο καθορίζοντας ότι η αμερικανική βοήθεια προς την Ελλάδα και την Τουρκία πρέπει «να σχεδιαστεί με τρόπο που θα εξασφαλίζει τη διατήρηση της υφιστάμενης ισορροπίας των στρατιωτικών δυνάμεων ανάμεσα στις χώρες της περιοχής». 

Αν ο όρος «υφιστάμενη ισορροπία» είχε μείνει αδιευκρίνιστος, μια τόσο γενική έκφραση θα αποτελούσε την αχίλλειο πτέρνα των προγραμμάτων βοήθειας προς την Ελλάδα και την Τουρκία και ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα για οποιαδήποτε κυβέρνηση. Για τις κυβερνήσεις Φορντ, Κάρτερ, Ρίγκαν και Μπους –οι οποίες είχαν την επιθυμία να ενισχύσουν το μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ, μετά τον αμερικανικό, και ν’ αποζημιώσουν την Τουρκία για τις ηθικές και υλικές βλάβες που είχε υποστεί στη διάρκεια του εμπάργκο– ο εκσυγχρονισμός των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων αποτελούσε πρωταρχικό στόχο. 

Η ισορροπία δυνάμεων στο Αιγαίο, που είναι πολύ σημαντική για την Ελλάδα, περνούσε σαφώς σε δεύτερη μοίρα. Η Τουρκία, με την εντυπωσιακή στρατιωτική δύναμή της, την έντονη στρατιωτική παράδοση και την επιθυμία της ηγεσίας της να συνδέσει στενότερα τη χώρα με την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, φημιζόταν στην Ουάσιγκτον και το ΝΑΤΟ ως πιστός σύμμαχος. 

Η Ελλάδα, από την άλλη πλευρά, είχε τη φήμη δύσκολου συνομιλητή, εριστικού στην προβολή των παραπόνων του κατά της Τουρκίας στα συμβούλια του ΝΑΤΟ και συχνά έτοιμου να δημιουργήσει διμερή προβλήματα στις στρατιωτικές υποθέσεις της συμμαχίας, δίνοντας την εντύπωση του αδικημένου και πικραμένου συμμάχου. Αν είχαν την ευκαιρία να καθορίσουν ανενόχλητοι το επίπεδο της στρατιωτικής βοήθειας, οι διπλωμάτες της Ουάσιγκτον θα ασχολούνταν λιγότερο με την αναγκαιότητα της «ισορροπίας στο Αιγαίο» και περισσότερο με το να αποσπάσουν από το Κογκρέσο τα κολοσσιαία ποσά που θεωρούσαν αναγκαία για να μετατρέψουν την τεράστια αλλά ξεχαρβαλωμένη τουρκική στρατιωτική μηχανή σε σύγχρονη δύναμη κρούσης. 

Ισορροπία στο Αιγαίο

Τα περιθώρια των χειρισμών τους, πάντως, στένεψαν απότομα από το γεγονός ότι το Κογκρέσο, όταν διέκοψε το εμπάργκο κατά της Τουρκίας, είχε ήδη καταλήξει στον ορισμό της «ισορροπίας στο Αιγαίο». Αποδεχόμενη τις απόψεις της ελληνικής κυβέρνησης, η πλειοψηφία του Κογκρέσου, με επικεφαλής έναν συνασπισμό φιλελλήνων, φιλελεύθερων και συντηρητικών Ελληνοαμερικανών ψηφοφόρων, αποφάσισε ότι το status quo του Αιγαίου δεν θα κινδύνευε, αν η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς την Ελλάδα και την Τουρκία καθοριζόταν σε αναλογία 7 προς 10. Η Ελλάδα, δηλαδή, θα έπαιρνε το 70% του ποσού που θα εγκρινόταν κάθε φορά για την Τουρκία. 

Πώς έφτασε σε αυτούς τους αριθμούς η ελληνική κυβέρνηση; Η καλύτερη εξήγηση που έχω ακούσει προέρχεται από έναν ανώτερο Έλληνα διπλωμάτη, ο οποίος μετείχε στον υπολογισμό του 7 προς 10 το 1976, όταν η Ελλάδα και οι ΗΠΑ διαπραγματεύονταν μια νέα συμφωνία αμυντικής και οικονομικής συνεργασίας. 

Παράλληλες διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην Τουρκία και τις ΗΠΑ στην Άγκυρα, τον Μάρτιο του 1976, είχαν καταλήξει στην υπογραφή μιας συμφωνίας που περιλάμβανε την υποχρέωση των ΗΠΑ να παραχωρήσουν στρατιωτική βοήθεια ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων στην Τουρκία κατά την τετραετή διάρκεια της DECA. Αυτό το ποσό υπερέβαινε κατά πολύ το επίπεδο βοήθειας που είχε συζητήσει η αμερικανική αντιπροσωπεία με την Ελλάδα. Με τη συνηθισμένη τάση τους για στεγανοποίηση των ελληνικών και των τουρκικών υποθέσεων, τα υπουργεία Εξωτερικών και Άμυνας δεν φρόντισαν να πληροφορήσουν την αντιπροσωπεία της Αθήνας ούτε για τα στάδια ούτε για τα βασικά στοιχεία των διαπραγματεύσεων που γίνονταν στην Άγκυρα. Τα προτεινόμενα ποσά βοήθειας προς την Τουρκία προκάλεσαν σοκ τόσο στους Αμερικανούς όσο και στους Έλληνες συνομιλητές τους, οι οποίοι, κατά σύμπτωση, έκαναν επιθεώρηση σε αμυντικές εγκαταστάσεις των ΗΠΑ όταν έγινε η σχετική ανακοίνωση. 

Ανατροπή ισορροπίας 

Ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής αντέδρασε στις ειδήσεις από την Άγκυρα αναστέλλοντας αμέσως τις διαπραγματεύσεις της ελληνικής DECA και ανακαλώντας την αντιπροσωπεία του από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Πληροφόρησε τον επικεφαλής της αμερικανικής αντιπροσωπείας ότι η Ελλάδα θα διατύπωνε νέα αιτήματα για στρατιωτική βοήθεια ανάλογη με αυτήν που προέβλεπε η τουρκική DECA και στη συνέχεια έδωσε οδηγίες στο ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών να κάνει τους σχετικούς υπολογισμούς, στους οποίους περιλαμβανόταν και η συνολική αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς την Ελλάδα και την Τουρκία από το 1947. 

Όταν το υπουργείο συνέκρινε τα ποσά της τουρκικής βοήθειας (όπως τα είχε στείλει η ελληνική πρεσβεία στην Άγκυρα) με τα ποσά της ελληνικής βοήθειας κατά την ίδια χρονική περίοδο, προέκυψε η αναλογία 7 προς 10. Η κυβέρνηση Καραμανλή ζήτησε αμέσως να περιληφθεί στην ελληνική DECA στρατιωτική βοήθεια αξίας 700 εκατομμυρίων δολαρίων. Όταν η κυβέρνηση Φορντ επαλήθευσε τα ποσά, ο υπουργός Εξωτερικών Κίσινγκερ ενέκρινε την υπόσχεση να εξευρεθεί αυτό το ποσό από το Κογκρέσο.

Οι διαπραγματεύσεις επαναλήφθηκαν και, τον Ιούλιο του 1977, εγκρίθηκε μια νέα DECA, μολονότι, για λόγους που θα αναφέρουμε αργότερα, δεν υπογράφηκε ποτέ. Από τότε η αναλογία 7 προς 10 παραμένει ο ανεπίσημος αλλά αποφασιστικός παράγοντας της «ισορροπίας στο Αιγαίο» για την ελληνική κυβέρνηση. Παρά τους ισχυρισμούς της Αθήνας ότι αυτή η αναλογία είναι υποχρεωτική από την αμερικανική νομοθεσία, δεν υπάρχει τίποτα σχετικό. Από το 1978, η εκτελεστική εξουσία συνήθως υποβάλλει αιτήματα για βοήθεια που αποκλίνουν από το 7 προς 10, αλλά το Κογκρέσο αποκαθιστά τα ποσοστά μειώνοντας το σύνολο προς την Τουρκία και/ή αυξάνοντας το ποσό προς την Ελλάδα.

Αποτελεί ειρωνεία το γεγονός ότι αυτή η διαδικασία φέρνει τις αμερικανικές κυβερνήσεις στη θέση να αποποιούνται μια σπάνια προσφορά του Κογκρέσου, που τους παρέχει την ευχέρεια να διαθέσουν κεφάλαια με αποκλειστικώς πολιτικά κριτήρια –κάτι για το οποίο η εκτελεστική εξουσία εκλιπαρεί σε άλλες περιπτώσεις– και το Κογκρέσο στη θέση να αποποιείται εκουσίως τις εξουσίες του, τις οποίες συνήθως διαφυλάττει ζηλότυπα, όσον αφορά την αξιολόγηση των προτάσεων βοήθειας. 

Το αμερικανικό παιχνίδι 

Οι αντιρρήσεις της εκτελεστικής εξουσίας στην αναλογία 7 προς 10 δεν προέρχονται από κάποιο ενδιαφέρον για προστασία των προνομίων του Κογκρέσου. Αντιθέτως, εκφράζουν την αντίληψη πως, αν η βοήθεια προς την Ελλάδα σταθεροποιηθεί στο 70% της αντίστοιχης προς την Τουρκία, δεν θα είναι εύκολο να δοθούν τα τεράστια ποσά βοήθειας που πιστεύει η κυβέρνηση ότι πρέπει να χορηγηθούν στην Τουρκία. Αυτό ήταν εύκολο να γίνεται τα χρόνια μετά την άρση του εμπάργκο, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που γραφόταν αυτό το βιβλίο, οπότε το Κογκρέσο, επηρεαζόμενο από τη σημαντική συνδρομή της Τουρκίας στη στρατιωτική νίκη του πολέμου στον Περσικό Κόλπο, φάνηκε πρόθυμο ν’ αφήσει προσωρινά κατά μέρος την αναλογία 7 προς 10 για το οικονομικό έτος 1992. 

Η αναλογία αυτή διατηρείται μέχρι τώρα από το Κογκρέσο σε επίπεδο σημαντικά μικρότερο από εκείνο που ζητάει η κυβέρνηση. Το οικονομικό έτος 1988, για παράδειγμα, η τουρκική απογοήτευση για τη συνολική βοήθεια ύψους 525,3 εκατομμυρίων δολαρίων, την οποία έλαβε μετά τον περιορισμό από το Κογκρέσο του ποσού των 913,5 εκατομμυρίων που είχε ζητήσει αρχικά, οδήγησε στην προσωρινή απόφαση της τουρκικής κυβέρνησης ν’ αναβάλει την επικύρωση των επιστολών που είχε ανταλλάξει με τις ΗΠΑ τον Μάρτιο του 1987, με τις οποίες παρατεινόταν η DECA μέχρι το τέλος του 1990. 

Ένας άλλος λόγος της δυσαρέσκειας της εκτελεστικής εξουσίας για την αναλογία 7 προς 10 είναι η πεποίθηση κυβερνητικών κύκλων ότι πρόκειται για «τεχνητή απόφαση, η οποία παραποιεί το πρωταρχικό στοιχείο των τουρκικών αναγκών και των συμφερόντων ΗΠΑ και ΝΑΤΟ που έχουν σχέση με την ικανοποίηση τους… Η βοήθεια πρέπει να παρέχεται στην Ελλάδα και την Τουρκία συμφωνά με τις ειδικές ανάγκες τους εν σχέσει με το ΝΑΤΟ, χωρίς την ύπαρξη μιας αυτόματης αναλογίας μεταξύ των συμμάχων». 

 Η λογική αυτής της ανάλυσης είναι αδιάσειστη, αλλά θα ήταν πιο πειστική αν η εκτελεστική εξουσία δεν είχε δεχτεί σε πολλές άλλες περιπτώσεις πολιτικές σκοπιμότητες για τον καθορισμό του επιπέδου βοήθειας. Οι ανάγκες του Ισραήλ και της Αιγύπτου, παραληπτών των μεγαλύτερων ποσών αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας από το 1979, έχουν υπολογιστεί με εξίσου πολιτικά κριτήρια. Ακόμη και μέσα στο ΝΑΤΟ οι πολιτικοί παράγοντες έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στις αποφάσεις για τον καθορισμό τού ποιος θα πάρει τι και σε ποια αναλογία.

Η πιο αμφισβητήσιμη ερμηνεία, στην οποία στηρίζονται τα προγράμματα βοήθειας προς την Ελλάδα και την Τουρκία, δεν είναι η αναλογία που στο κάτω κάτω αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα των ταραγμένων σχέσεών τους, αλλά η πρόφαση ότι τις εξοπλίζουμε εναντίον μιας εξωτερικής απειλής και όχι για να πολεμήσουν μεταξύ τους». 

Αυτά έγραφε τότε ο Μόντι Στερνς και από τότε μπορεί να έχουν αλλάξει πολλά, ωστόσο η ουσία της «περίπλοκης συμμαχίας» μεταξύ Ουάσιγκτον-Ελλάδας-Τουρκίας παραμένει αναλλοίωτη: η Τουρκία έχει κερδίσει την εξοπλιστική κούρσα, η χρεοκοπημένη Ελλάδα, παρότι έχει ξοδέψει κολοσσιαία ποσά, αδυνατεί να αντιμετωπίσει την τουρκική επεκτατική πολιτική και οι ΗΠΑ παραμένουν οι αιώνιοι τοποτηρητές του ελληνοτουρκικού «οικοπέδου» και ρυθμιστές των όποιων μελλοντικών εξελίξεων. 

Το…απαγορευτικό για τα 12 μλ. στο Αιγαίο

*Πηγή: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Απόρρητη ντιρεκτίβα δίνει προτεραιότητα σε Τουρκία

2009

ΠΡΟΕΔΡΙΑ ΟΜΠΑΜΑ: ΣΤΟ ΦΩΣ ΚΕΙΜΕΝΟ-«ΤΥΦΛΟΣΟΥΡΤΗΣ»

* ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΠΡΙΛΙΟ ΑΡΧΙΣΕ ΝΑ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΜΕ ΤΗ ΣΤΑΣΗ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΣΕ ΑΙΓΑΙΟ ΚΑΙ ΚΥΠΡΟ

Του Δ.Π. ΔΗΜΑ

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=64325

Η Ελλάδα έχει περάσει σε «δεύτερη μοίρα» στον αμερικανικό σχεδιασμό και όλο το βάρος και η προσοχή έχουν στραφεί αποκλειστικά στην Τουρκία προς ζημία, φυσικά, των ελληνικων εθνικών συμφερόντων.

Ετσι, κάπως, συνοψίζεται από ανώτατο Αμερικανό παράγοντα, η ουσία της πολιτικής Ομπάμα στα ελληνοτουρκικά, η οποία, κατ’ αυτόν, σκιαγραφείται ανάγλυφα και με τη δέουσα επιχειρηματολογία σε απόρρητο κείμενο-ντιρεκτίβα, των αρχών του έτους και αντανακλάται στις μέχρι τούδε ενέργειες της νέας αμερικανικής κυβέρνησης.

Παράλληλα, για την αποτροπή παράπλευρων απωλειών από τυχόν ελληνικές αντιδράσεις (σ.σ. Βάση Σούδας, αντιαμερικανισμός, Ελληνοαμερικανοί κ.λπ., φέρεται να δόθηκε εντολή σε όλους τους «επικοινωνιακούς δίαυλους» προς την Αθήνα, να μεταφέρουν το μήνυμα πως «η αυξημένη προσοχή προς την Αγκυρα» (σ.σ. κάτι που έμελλε να φανεί) δεν πρόκειται να ‘ναι επιζήμια για τα ελληνικά συμφέροντα.

Ο ανώτατος Αμερικανός παράγων πιστεύει ακράδαντα πως η Αθήνα θα πρέπει ν’ αντιδράσει στον «δόλιο» σχεδιασμό της νέας αμερικανικής κυβέρνησης και να «διεκδικήσει» ανταλλάγματα…

Ρόλος κομπάρσου στην Ελλάδα Αναλυτικότερα, όπως αποκαλύπτεται εγκύρως, οι βαθύτεροι σχεδιασμοί της εξωτερικής πολιτικής Ομπάμα βάζουν την Ελλάδα στο περιθώριο μέχρι νεωτέρας και δίνουν «άμεση και ύψιστη προτεραιότητα» στη γείτονα Τουρκία, γιατί «έτσι και μέσω αυτής μπορούν να εξυπηρετηθούν στο έπακρον» τα αμερικανικά συμφέροντα.

Κατά την παρεχόμενη ερμηνεία, οι Αμερικανοί θέλουν την Ελλάδα σε ρόλο «κομπάρσου» στις μέσω Τουρκίας προωθούμενες επιδιώξεις τους, και αυτό σημαίνει πως στο όνομα μιας «σχετικής ηρεμίας στην περιοχή» η Αθήνα θα γίνει αποδέκτης αυξανόμενων αμερικανικών πιέσεων για να «τα βρει με την Τουρκία» και με όρους -εξυπακούεται- επιζήμιους για τα ελληνικά συμφέροντα, γιατί διαφορετικά η Αγκυρα δεν θα ενδώσει σ’ εκείνα που της ζητά η Ουάσιγκτον.

Κατ’ ελάχιστον, οι αμερικανικοί σχεδιασμοί θεωρούνται άκρως επικίνδυνοι για την πεμπτουσία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής που αφορά την Τουρκία, γιατί αυξάνουν εις πολλαπλούν τις σοβινιστικές εξάρσεις της γείτονος, η οποία, με τις πλάτες της υπερατλαντικής συμμάχου της και υπ’ αυτές τις συνθήκες, θα επιδιώξει τα μέγιστα δυνατά οφέλη στο Κυπριακό, στο Αιγαίο και στο Πατριαρχείο, και θα συνεχίσει την τακτική της στη Θράκη και στη λαθρομετανάστευση.

Συνεπώς, δεν θα πρέπει να εκπλήσσει το ελληνικό ΥΠΕΞ ότι παρά τις ασαφείς συστάσεις (σ.σ. μάλλον ρητορία) Γκόρντον του Αμερικανού βοηθού ΥΠΕΞ, προς την Αγκυρα για να σταματήσει τις υπερπτήσεις πάνω από κατοικημένα νησιά στο Αιγαίο (σ.σ. «Καθημερινή» 5/7/09), η Αγκυρα συνεχίζει με εντατικότερο ρυθμό τις υπερπτήσεις πάνω από τα κατοικημένα νησιά, γιατί «βλέπει χάσμα» μεταξύ της αμερικανικής ρητορείας και των αμερικανικών πράξεων.

24 Ιανουαρίου: το κείμενο – ντιρεκτίβα Σύμφωνα με παρασχεθείσες πληροφορίες, οι αμερικανικές μεθοδεύσεις του πρώτου εξαμήνου της κυβέρνησης Ομπάμα ακολουθουν πιστά ένα απόρρητο σχέδιο δράσης που, όπως λέγεται, υπό μορφή ντιρεκτίβας, και με ημερομηνία 24 Ιανουαρίου 2009 (σ.σ. τέσσερις μέρες μετά την ανάληψη καθηκόντων Ομπάμα), παρεδόθη σαν «τυφλοσούρτης» της νέας πολιτικής στους επικεφαλής του επιτελείου Εθνικής Ασφάλειας (Κλίντον, Τζόουνς και Γκέιτς) για τα περαιτέρω…

Οπως είναι φυσικό, ένα τέτοιο κείμενο υψηλής πολιτικής στις προτεραιότητες της αμερικανικής εθνικής ασφάλειας δεν μπορεί παρά να τυγχάνει της απόλυτης γνώσης και έγκρισης του Αμερικανού προέδρου και να φέρει τις «ευλογίες» του.

«Εχουν αποφασίσει να βάλουν την Ελλάδα “κατά μέρος” (…”to put Greece aside”…) και να ρίξουν το βάρος στην Τουρκία για τα επόμενα 2-3 χρόνια, με τη λογική πως “χρειαζόμαστε την Τουρκία… για τον μουσουλμανικό κόσμο”…», αποκαλύπτει ο ανώτατος Αμερικανός παράγων που μίλησε ελεύθερα στην «Ε», αφού προηγουμένως είχε εύλογα και κατά ιδιότυπο τρόπο, διασφαλίσει την ανωνυμία του.

Στο συγκεκριμένο απόρρητο κείμενο που θεωρείται η «μητέρα» όλων των έκτοτε ενεργειών, λέγεται πως καταγράφονται (σ.σ. προφανώς μέσα σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο αξιολόγησης της αμερικανικής πολιτικής με άξονα την Τουρκία), οι αρκούντως ευνοϊκές διαθέσεις και συστάσεις για τη γείτονα, μάλιστα σε τέτοιο βάθος και έκταση, που προκαλούν «αγανάκτηση», κατά τον ενημερωμένο παράγοντα, ο οποίος εύλογα και με τον «τρόπο» του, θέλησε να κρούσει τον κώδωνα κινδύνου και να στείλει ένα μήνυμα προειδοποίησης προς την Αθήνα για τη διπλοπροσωπία του επιτελείου εξωτερικής πολιτικής του προέδρου Ομπάμα.

Αρχικές απορίες και υπόνοιες της «Ε» για τον τρόπο δράσης και σχεδιασμό του επιτελείου Ομπάμα για τον εναγκαλισμό της Τουρκίας στους πρώτους κιόλας μήνες της νέας κυβέρνησης βρήκαν την απάντηση τους το τελευταίο 10ήμερο του Μαΐου όταν, κάτω από ασυνήθιστες συνθήκες, ήλθε στην προσοχή της «Ε» η ύπαρξη του απόρρητου κειμένου της 24ης Ιανουαρίου, το περιεχόμενο του οποίου έριχνε άπλετο φως στις αμερικανικές κινήσεις.

Περαιτέρω, δε, από νεότερες συγκλίνουσες εκτιμήσεις προκύπτει πως το απόρρητο εκείνο κείμενο, που σημειωτέον συντάχθηκε καθ’ ομολογίαν ενος εκ των συντακτών του, με τη συμβολή παλαιών και νέων ανώτατων Αμερικανών αξιωματούχων της μεταβατικής εκείνης περιόδου, φέρεται να ‘χει τις «ρίζες» του στο «σκεπτικό» του Κέντρου για Αμερικανική Πρόοδο (Center for American Progress-CAP) που τον περασμένο Δεκέμβριο συνέταξε εμπεριστατωμένη έκθεση για την ανάγκη «αναβίωσης» της «παραμελημένης συμμαχίας» ΗΠΑ και Τουρκίας.

Εδωσε γραμμή ο Σόρος Το CAP συνιστούσε στον νεοκλεγέντα πρόεδρο, μόλις τρεις εβδομάδες προ της αναλήψεως των καθηκόντων του, να κάνει την Τουρκία «σημαία» της εξωτερικής του πολιτικής και τον παρότρυνε να επισκεφθεί την Τουρκία αμέσως στην αρχή της θητείας του, στο πλαίσιο μάλιστα ευρωπαϊκής περιοδείας, για να στείλει έτσι το αμερικανικό μήνυμα περί της ευρωπαϊκής διάστασης της γείτονος προς Γερμανούς και Γάλλους -όπερ και εγένετο.

Είναι αξιοσημείωτο πως πρόεδρος του CAP είναι ο Τζον Ποντέστα, «παλιά καραβάνα» στον κόσμο του λόμπι στην Ουάσιγκτον που διετέλεσε επικεφαλής της μεταβατικής ομάδας Ομπάμπα (transition team) και ασφαλώς στον «κόσμο της Ουάσιγκτον» μόνον αφελώς θα μπορούσε να θεωρηθεί τυχαίο γεγονός το «φύτευμα» των αντιλήψεων και συστάσεων της έκθεσης του CAP στο απόρρητο έγγραφο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ του Ιανουαρίου και μάλιστα σε προχωρημένη εκδοχή.

Ειρήσθω εν παρόδω πως το «μεγάλο αφεντικό» του CAP, ιδρυτής και χρηματοδότης του, είναι ο χρηματιστής και υπέρμαχος της ένταξης της Τουρκίας στην Ενωση, Τζορτζ Σόρος, ο οποίος επέλεξε προσωπικά τον Ποντέστα να ηγηθεί του κέντρου το 2003, που πρωτοσυστάθηκε, γιατί, προφανώς, θαύμασε τις «ταχυδακτυλουργίες» του ιταλο-ελληνικής καταγωγής Ποντέστα κατά τη θητεία του ως «προσωπάρχη» στον Λευκό Οίκο των Κλίντον, την εποχή Λεβίνσκι.

Κατά τον ανώτατο Αμερικανό παράγοντα «ετοιμάζονται να δώσουν στην Τουρκία ό,τι θέλει στο Κυπριακό» μέχρι τα τέλη της χρονιάς και αυτό αποτελεί μία από τις βραχυπρόθεσμες αρνητικές συνέπειες για τον Ελληνισμό στον βωμό των γεωπολιτικών σκοπιμοτήτων του επιτελείου Ομπάμα (σ.σ. ενδεικτική επ’ αυτού ήταν η δήλωση του εισέτι περιφερόμενου προς ανεύρεση εργασίας Ματ Μπράιζα, πρόσφατα στην Κύπρο, πως «δεν μπορούμε να πιέσουμε την Τουρκία»…).

Σύμφωνα με άλλους κύκλους, ετοιμάζεται και προωθείται από αμερικανικής πλευράς και σε συνεργασία με κάποιους Ευρωπαίους, μια εν είδει προσωρινής ή ενδιάμεσης συμφωνία για το Κυπριακό με διατάξεις που «ακόμη και ο Χριστοφιάς δεν θα μπορούσε να δεχθεί» κατά μία άποψη, αλλά που θα εξυπηρετεί πρωτίστως τις ανάγκες της Τουρκίας για προώθηση της ευρωπαϊκής της πορείας.

«Είναι προσβλητικό» για όλους εκείνους τους Ελληνοαμερικανούς που συνέλεξαν τόσα χρήματα για την προεκλογική εκστρατεία του Ομπάμα και της Κλίντον και τώρα «ετοιμάζονται να τους πουλήσουν», λέγεται εγκύρως.

Εξάλλου, υποδεικνύεται πως δεν ήταν τυχαίες οι δηλώσεις Γκόρντον σε δύο περιπτώσεις, στις οποίες θέλησε να «θολώσει τη φύση της τουρκικής στρατιωτικής κατοχής στην Κύπρο, χαρακτηρίζοντάς την ως “παρουσία”…».

Κατά τις σχετικές πληροφορίες, ομοίως η επίσκεψη Ομπάμα στην Τουρκία, αλλά και ο «χειρισμός» του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, κατά τρόπο που να μην «προσβληθούν» οι Τούρκοι, ήταν αντικείμενο προσοχής στο κείμενο της 24ης Ιανουαρίου.

Τον Απρίλιο είχε ηδη επιβεβαιωθεί Οι εξελίξεις τον Απρίλιο επιβεβαίωσαν κατά τον πλέον κραυγαλέο τρόπο το «πνεύμα» του μνημονίου, με την άρνηση Ομπάμα να μεταβεί στο Φανάρι και, τελικά, μόνο έπειτα από πίεση Ελληνοαμερικανών, την τελευταία στιγμή, δέχθηκε ο Αμερικανός πρόεδρος να συναντηθεί στο ξενοδοχείο του κατ’ ιδίαν με τον κ. Βαρθολομαίο (σ.σ. οι φωτογραφίες της συνάντησης δόθηκαν με καθυστέρηση στη δημοσιότητα, αλλά και η ίδια η συνάντηση είχε ορισθεί να ‘ναι πολυμερής, μέχρι της παρεμβάσεως των Ελληνοαμερικανών…).

Τώρα, στο συγκεκριμένο μνημόνιο φέρεται να στηρίχθηκε η κ. Κλίντον στις ενημερώσεις που έκανε στη Γερουσία εκείνη την εβδομάδα και ιδιαίτερα στην «επικοινωνία» της με τον Ρεπουμπλικανό Ρίτσαρντ Λούγκαρ της Επιτροπής Εξωτερικών, στην οποία, όπως έχει αποκαλύψει η «Ε» (25/2/09) του επισήμαινε τον «ζωτικής σημασίας» ρόλο της Τουρκίας για τα αμερικανικά ενεργειακά συμφέροντα (σ.σ. ιδιαίτερα για την πρόσφατα υπογραφείσα συμφωνία του Nabucco), και όπως εγκύρως λέγεται, ο ανταγωνισμός τους με τη Ρωσία και η μέσω Τουρκίας εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους είναι έτερον σημαντικός λόγος της συνειδητής απόφασης περιθωριοποίησης της Ελλάδας από την κυβέρνηση Ομπάμα.

Περαιτέρω επιβεβαίωση των όσων προφανώς αναγράφονται στο απόρρητο έγγραφο της 24ης Ιανουαρίου αποτελεί ανάγλυφα η κατάθεση Γκόρντον στο Κογκρέσο (17 Ιουνίου ’09), όπου υποστήριξε διθυραμβικά πως η Τουρκία είναι «κρίσιμης» γεωπολιτικής σημασίας για τις ΗΠΑ και η Ελλάδα απλώς μια «σημαντική» σύμμαχος, περιγράφοντας την εν είδει «κομπάρσου» στους αμερικανικούς σχεδιασμούς.

Το επικίνδυνο σ’ όλα αυτά είναι πως ενώ δεν παραγνωρίζεται εν γένει η πραγματική γεωπολιτική σημασία της γείτονος, η Ουάσιγκτον με τον «τρόπο» της κάνει πλάτες στην Αγκυρα, η οποία πλήρως αποθρασυμένη αλωνίζει στο Αιγαίο, λέγεται αρμοδίως.

Κατά τα λοιπά, τον περασμένο Μάρτιο, ο Αμερικανός πρέσβης Νταν Σπέκχαρντ επέστρεψε στην Αθήνα ύστερα από διαβουλεύσεις στην Ουάσιγκτον, επιφορτισμένος και «οπλισμένος» με ενημερωτικά σημειώματα, να «πείσει» τους συνομιλητές του στην Αθήνα πως το νέο επιτελείο εξωτερικής πολιτικής έχει… «αγαθές» προθέσεις για την Ελλάδα και να μην «παρερμηνεύονται» οι κινήσεις Ομπάμα σε ό,τι αφορά την Τουρκία.

Φυσικά, «ξέχασαν» να ενημερώσουν τον κ. Σπέκχαρντ για τον βαθύτερο αμερικανικό σχεδιασμό και λογικά οι Ελληνες συνομιλητές του θα πρέπει ν’ αντιληφθούν πως όσα συζητούν μαζί του δεν πάνε και πολύ μακριά…

Τώρα, το κείμενο του Ιανουαρίου μέχρι πρότινος παρέμενε απόρρητο, γιατί έπειτα από ενδοϋπηρεσιακές διαβουλεύσεις έκριναν πως θα πρέπει να παραμείνει έτσι για καμιά 3ετία, μέχρι να ολοκληρωθεί ο σχεδιασμός τους και μετά να το «καταχωνιάσουν» κάπου (σ.σ. κατ’ επίταξη της νομοθεσίας FOIA) που θα ‘ναι δύσκολο να βρεθεί σύντομα.dpdimas@hotmail.com

Επικρίσεις Μενέντεζ για στάση ΗΠΑ στην Α.Μεσόγειo

“Σκληρή κριτική στην ηγεσία του Σ.Ντιπάρτμεντ για έλλειψη πολιτικής στην κρίση που μαστίζει τη Λιβύη, άσκησε ο επικεφαλής της δημοκρατικής μειοψηφίας στην επιτροπή Εξ.Σχέσεων, Γερουσιαστής Ρόμπερτ Μενέντεζ”

http://www.riknews.com.cy/index.php/component/k2/item/93652-epikriseis-menentez-gia-ti-stasi-ton-ipa-stin-a-mesogeio

Μία συμφωνία-σταθμός στην “αποικιοποίηση” της Ελλάδας

“Πρόκειται για σταθμό στη σταδιακή έκπτωση του ελληνικού κράτους, ως στοιχειωδώς κυρίαρχου, ανεξάρτητου, δημοκρατικού και ελληνικού κράτους”

Αν τα Μνημόνια και οι δανειακές σφράγισαν τη μετατροπή της Ελλάδας σε “αποικία χρέους” των πιστωτών, η συμφωνία για τις Βάσεις που καλείται να επικυρώσει η Βουλή κινδυνεύει να ολοκληρώσει τη μετατροπή της χώρας σε “γεωπολιτική αποικία” των ΗΠΑ και του NATO. Πρόκειται για σταθμό στη σταδιακή έκπτωση του ελληνικού κράτους, ως στοιχειωδώς κυρίαρχου, ανεξάρτητου, δημοκρατικού και ελληνικού κράτους.

Διαβάζοντας κανείς τον ατέλειωτο κατάλογο των παραχωρήσεων Τσίπρα και εν συνεχεία Μητσοτάκη προς τους Αμερικανούς, επιβεβαιώνει την γνώμη που έχει η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων για τους πολιτικούς μας. Αλλά διερωτάται αν έχει ζητηθεί η γνώμη των ανώτερων Ελλήνων αξιωματικών και αν έδωσαν σύμφωνη γνώμη, διότι αυτοί ορκίζονται πίστη στη γαλανόλευκη, όχι στην αστερόεσσα. Στη γαλανόλευκη οφείλουν να μένουν πιστοί, όχι στην αστερόεσσα. Και εν ονόματι της γαλανόλευκης, όχι της αστερόεσσας, θα οδηγήσουν νέους ανθρώπους στον θάνατο αν χρειασθεί.

Είναι δυνατόν οι Έλληνες ανώτεροι στρατιωτικοί να έχουν συγκατατεθεί στην παραχώρηση ουσιαστικά όλης της επικράτειας, για τις ανάγκες των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων; Και καλά. Κανείς στο πολιτικό προσωπικό της χώρας και μεταξύ των στρατιωτικών ηγητόρων της δεν διαβάζει τουλάχιστον εφημερίδες; Δεν βλέπει σε τι πρωτοφανή αστάθεια έχουμε μπει διεθνώς, δεν είδε ότι παρολίγον να τυλιχτεί στις φλόγες όλη η Μέση Ανατολή μόλις προχτές; Δεν φοβούνται με όλες αυτές τις βάσεις μην μας πάρει και μας καμιά σπόντα στο τέλος;

Είπαμε να κάνουμε παραχωρήσεις στους Αμερικανούς, όλοι ξέρουμε τι “διεθνή δουλικά” μας κατάντησαν οι πολιτικοί μας, δεν έχουμε πολλές αυταπάτες. Χρειάζεται όμως να γεμίσουμε και όλη τη χώρα βάσεις, που μπορούν να εμπλέξουν την Ελλάδα σε πολέμους με τη Ρωσία, το Ιράν, τη Σερβία, χωρίς κανένα εθνικό λόγο και να κάνουν τη γεωγραφικά περιορισμένη χώρα μας παρανάλωμα;

Πολιτικοί με σπίτια σε Γενεύη και Παρίσι

Οι πολιτικοί μας έχουν σπίτια στη Γενεύη, το Παρίσι, το Λονδίνο. Ο ελληνικός λαός που θα πάει να ζήσει, άμα του χτυπήσουν τη χώρα, λόγω της υποτέλειας των Ελλήνων πολιτικών και της απροθυμίας τους να βλάψουν την καριέρα και τα συμφέροντά τους λέγοντας κάπου κάπου και κανένα όχι; Δώσαμε με ένα προηγούμενο άρθρο μας ένα πολύ συγκεκριμένο παράδειγμα για το πως η βάση στην Αλεξανδρούπολη μπορεί να θέσει σε άμεση απειλή τον μισό ελληνικό πληθυσμό!

Μία συμφωνία-σταθμός στην “αποικιοποίηση” της Ελλάδας