Ελληνο-τουρκικές Σχέσεις (αρχείο)

Συμφωνία του Ελσίνκι, 1999

ΕΠΕΝΔΥΤΗΣ 12/1999

Η αξιολόγηση της Συμφωνίας στο Ελσίνκι από ΚΚΕ-ΔΗΚΚΙ,ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟ.

ΚΚΕ> “Άνοιξε ο δρόμος για τη διχοτόμηση του Αιγαίου”

ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ>”Κατ’ αρχάς θετική”.

Εικόνα
Εικόνα

Και μια κ το Ελσίνκι ή τουλάχιστον η “λογική” του έχει επανέλθει στο δημόσιο διάλογο

“Ο Σημίτης ψάχνει δικαίωση, κρύβοντας την παγίδα στην απόφαση του Ελσίνκι”

https://www.paron.gr/2019/12/17/o-simitis-psachnei-dikaiosi-kryvontas-tin-pagida-stin-apofasi-toy-elsinki/

Και να υπολογίσουμε και τη Μαδρίτη

Εικόνα

Από την κρίση των Ιμίων στη συμφωνία της Μαδρίτης

Αθανάσιος Έλλις

02.07.2020

https://www.kathimerini.gr/opinion/1085602/apo-tin-krisi-ton-imion-sti-symfonia-tis-madritis/

Για τη… Μεγάλη Μακεδονία διδάσκονται και φέτος στα σχολεία της Βόρειας Μακεδονίας!

7/9/20

>Ποιοι απομακρύνθηκαν από την ελληνική επιτροπή εμπειρογνώμων

>Ποιες αλλαγές είχαν προτείνει

https://www.ethnos.gr/politiki/122673_gia-ti-megali-makedonia-didaskontai-kai-fetos-sta-sholeia-tis-boreias-makedonias

Ο πόλεμος του πετρελαίου στο Αιγαίο

TO BHMA 2000

“Η πληρέστερη ως σήμερα έκθεση συντάχθηκε την περίοδο εκείνη από τη γαλλική εταιρεία BEICIP (Γαλλικό Ινστιτούτο Πετρελαίου) μετά από εντολή του τότε πρωθ. Κ. Καραμανλή”

“Στο διάστημα 1977-86 οι ελληνικές υπηρεσίες διενήργησαν μια σειρά μυστικές σεισμικές έρευνες στο Βόρειο και Κεντρικό κυρίως Αιγαίο. Πρόκειται για επιχειρήσεις που έγιναν με απόλυτη μυστικότητα, χωρίς διαρροές στον Τύπο και με την προστασία μικρού αριθμού πολεμικών σκαφών”

DEFENCE POLICY PLANNING”

DEFENCE POLICY PLANNINGDefence Policy, defence policy planning, cost, efficiency, pure efficiency, mixed effciency, total efficiency, deterrence et al

https://www.academia.edu/44515543/DEFENCE_POLICY_PLANNING

Στη “σέντρα” το ΕΛΙΑΜΕΠ για διαπλοκή με Άγκυρα … – SLpress

Ζήτημα προκύπτει για τον Σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας της ελληνικής κυβέρνησης, έπειτα από δημοσίευμα του ιστότοπου Wikileaks, σύμφωνα με το οποίο ο Θάνος Ντόκος, ως Γενικός Διευθυντής του ΕΛΙΑΜΕΠ το 2010, απέστειλε εμπιστευτική έκθεση της ΕΕ για την Τουρκία, στην τουρκική πρεσβεία στις Βρυξέλλες. Τα έγγραφα που δημοσιοποιούν τα Wikileaks επιβεβαιώνουν ότι ο Ντόκος είχε αποστείλει την έκθεση από το προσωπικό του email. Να σημειωθεί ότι κάποια στοιχεία της έκθεσης δημοσιεύθηκαν λίγο αργότερα από το ΕΛΙΑΜΕΠ.

Ιδεολογίες και εθνική στρατηγική, Παν. Κονδύλης

ΤΟ ΒΗΜΑ

 4 Ιανουαρίου 1998

Ιδεολογίες και εθνική στρατηγική | tovima.gr

Αφότου ήλθε στο προσκήνιο το Κυπριακό ως σήμερα ­ δηλαδή επί μισόν αιώνα ­ όχι λίγες ήττες επεσώρευσε στην Ελλάδα η πανθολογούμενη άλλωστε ανυπαρξία μιας μακροπρόθεσμης εθνικής στρατηγικής αποδεκτής από τον κύριο κορμό του πολιτικού κόσμου και επεξεργασμένης χάρη στη σύμπραξη πολιτικών, διπλωματών στρατιωτικών και επιστημόνων.

Αφότου ήλθε στο προσκήνιο το Κυπριακό ως σήμερα ­ δηλαδή επί μισόν αιώνα ­ όχι λίγες ήττες επεσώρευσε στην Ελλάδα η πανθολογούμενη άλλωστε ανυπαρξία μιας μακροπρόθεσμης εθνικής στρατηγικής αποδεκτής από τον κύριο κορμό του πολιτικού κόσμου και επεξεργασμένης χάρη στη σύμπραξη πολιτικών, διπλωματών στρατιωτικών και επιστημόνων. Έχοντας την εμπειρία τούτη δεν χρειάζεται να διαθέτει κανείς το προφητικό χάρισμα για να προβλέψει ότι στο μέλλον πολλά θα εξαρτηθούν από το αν θα πραγματοποιηθεί τώρα ό,τι δεν έγινε στο παρελθόν. Δύο παράγοντες επέδρασαν, και εξακολουθούν να επιδρούν, αρνητικότατα: η λειτουργία του πολιτικού συστήματος και η εμπλοκή σε ιδεολογήματα. Ο πολιτικός κόσμος δεν βρέθηκε στο ύψος των περιστάσεων όχι μόνον γιατί οι α ή β εκπρόσωποί του έλαβαν συχνά τις α ή β εσφαλμένες αποφάσεις στο α ή β ζήτημα, αλλά και επειδή στο σύνολό του δεν κατάφερε να δημιουργήσει ένα πάγιο και αθόρυβο θεσμικό πλαίσιο ικανό να εξουδετερώνει κατά το δυνατόν τους πειρασμούς κομματικής εκμετάλλευσης των εθνικών θεμάτων. Η ανικανότητα προς αυτοσυγκράτηση είναι κατ’ εξοχήν γνώρισμα εφηβικής ανωριμότητας. Και το γεγονός ότι ο ένας επιρρίπτει την ευθύνη στον άλλον αποδεικνύει απλώς ότι ενέχονται όλοι.
          Η επιρροή ιδεολογημάτων σε θέματα εθνικής στρατηγικής ανάγεται γενικότατα στο ότι το νεοελληνικό κρατίδιο αναγκάσθηκε εξ αρχής να αντισταθμίσει την ιστορική του καχεξία με υπεραυτάρεσκους μύθους. Γίναμε έτσι λαός που τέρπεται παράγοντας λήρους και χορταίνει καταναλίσκοντας ανεμώλια έπη. Η αιτιολογία όμως δεν αποτελεί δικαιολογία, ούτε ενδείκνυται ως πραξεολογία. Αντίθετα: επιβιώνει όποιος αντιστέκεται στους ίδιους του τους μύθους και καταποντίζεται όποιος τους πιστεύει μέχρις εσχάτων. Στη σημερινή συγκυρία, δύο αντιτιθέμενα ιδεολογήματα παρακωλύουν, κοντά στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος, την κατάστρωση και την εφαρμογή μιας νηφάλιας εθνικής στρατηγικής: ασαφή και αποδυναμούμενα στοιχεία ενός γηγενούς εθνικισμού και εξίσου ασαφή, αλλά ενισχυόμενα αναμασήματα ενός ξενόφερτου ειρηνισμού και οικουμενισμού. Οι εθνικιστικές απόψεις, των οποίων η επικράτηση σε διάφορες φάσεις του Κυπριακού και του Μακεδονικού έβλαψε ουσιαστικά τη χώρα, τείνουν π.χ. να εξηγούν τη διαμάχη Ελλάδας και Τουρκίας με το ιστορικό παρελθόν και με φυλετικούς ή πολιτισμικούς παράγοντες, αποδίδοντας τη συμπεριφορά της δεύτερης στον «ασιατικό» και «βάρβαρο» χαρακτήρα της, τον οποίο αντιπαραθέτουν στον «ελληνικό πολιτισμό» και στην «τρισχιλιετή ιστορία» του. Αρκεί μια υπόθεση για να δούμε πόσο αστήρικτα είναι όλα αυτά. Αν η ομόδοξή μας Σερβία είχε 60 εκατ. κατοίκους και ηγεμόνευε στα Βαλκάνια, ζητώντας να κατεβεί στη Θεσσαλονίκη, και η Τουρκία είχε 20 ή 30 εκατ. κατοίκους και αισθανόταν να απειλείται εξίσου από τη σερβική επέκταση, τότε η Ελλάδα και η Τουρκία θα ήσαν εγκάρδιοι φίλοι και σύμμαχοι. Οι γεωπολιτικές παράμετροι και τα εθνικά συμφέροντα καθορίζουν την εξωτερική πολιτική ­ όχι το παρελθόν, ούτε η φυλή και ο πολιτισμός. Η φυλετική και πολιτισμική υποτίμηση της Τουρκίας ενέχει τον κίνδυνο της στρατηγικής της υποτίμησης, αφού συνεπάγεται ότι η δήθεν ανώτερη ελληνική ποιότητα μπορεί να εξουδετερώσει την τουρκική ποσότητα· είναι βέβαια γνωστό πώς τιμωρείται η στρατηγική υποτίμηση του αντιπάλου όταν, π.χ., παρασύρει στην κήρυξη ενός πολέμου. Η αύξουσα γενική υπεροχή της Τουρκίας τα τελευταία χρόνια έχει εξαναγκάσει την εθνικιστική υπεροψία πολλών Ελλήνων να χαμηλώσει αισθητά τους τόνους της. Ωστόσο στο σύνολό της η ελληνική πλευρά δεν έχει ακόμη συνειδητοποιήσει το μέγεθος και τις συνέπειες της πληθυσμιακής και οικονομικής ανόδου της Τουρκίας, και μάλιστα της βαθμιαίας μετατροπής της σε βιομηχανική δύναμη.
          Οι ειρηνιστές και οικουμενιστές ή «ευρωπαϊστές» έχουν τον δικό τους τρόπο για να παρακάμπτουν τις οδυνηρές πραγματικότητες και την ψύχραιμη στρατηγική τους ανάλυση. Οι ίδιοι φαντάζονται ότι είναι πιο ρεαλιστές, αφού ξεπέρασαν τους «εθνικούς αταβισμούς» και συμπορεύονται με τη νέα παγκόσμια κατάσταση, όπου τάχα το εμπόριο και ο διάλογος θα αντικαταστήσουν τον πόλεμο. Οι θέσεις όμως αυτές διόλου δεν είναι ρεαλιστικότερες από τις πομφόλυγες του εθνικισμού, συνιστούν απλώς την αντίστροφη ιδεολογία, και μάλιστα μιαν ιδεολογία διόλου πρωτότυπη, αφού δεν περιέχει παρά κοινοτοπίες του καπιταλιστικού φιλελευθερισμού διατυπωμένες πριν από 300 χρόνια και διαψευσμένες επανειλημμένα έκτοτε. Οντας ιδεολογία, εκπληρώνουν και τις ψυχολογικές λειτουργίες της ιδεολογίας, δηλαδή επιτρέπουν σε «προοδευτικούς» διανοούμενους ελαφρών βαρών και σε αστείους δημοσιογραφίσκους να αναβαθμίζουν το μικρό τους εγώ εμφανιζόμενοι ως εκπρόσωποι υψηλών ιδεωδών· συνάμα υποθάλπουν σε μικρομεσαίους πολιτικούς την ανακουφιστική ψευδαίσθηση ότι μπορούν να συρρικνώσουν την πολιτική σε διαχείριση και διάλογο, αποτινάζοντας από τους ισχνούς ώμους τους το βάρος έσχατων ιστορικών ευθυνών. Τέτοιοι διανοούμενοι και τέτοιοι πολιτικοί επιχειρηματολογούν σε ζητήματα εθνικής στρατηγικής κάνοντας το μοιραίο λάθος να προεξοφλούν γενικότερες εξελίξεις που διόλου δεν είναι βέβαιες και που, έστω και αν ευοδωθούν, βρίσκονται ακόμη στην αρχή τους και επιφυλάσσουν πολλά απρόοπτα. Μιλούν και πράττουν, λοιπόν, σαν να υπήρχε ήδη μια ενιαία Ευρώπη, σαν να υπήρχε ήδη ένας ενιαίος κόσμος και σαν να μην ήταν δυνατόν να αντιστραφούν οι τάσεις· ιδιαίτερα ως προς την ενιαία Ευρώπη σφάλλουν ταυτίζοντας προκαταβολικά τα συμφέροντά της με τα συμφέροντα των Ελλήνων. Όταν προεξοφλούνται αισιόδοξα οι γενικότερες εξελίξεις, τότε οι στρατηγικές συζητήσεις δεν μπορούν να προχωρήσουν σε βάθος. Γι’ αυτό και πλείστοι όσοι ειρηνιστές και οικουμενιστές εκφράζουν ανοιχτά την εχθρότητά τους απέναντι σε τέτοιες συζητήσεις, ιδίως όταν υπεισέρχονται σε στρατιωτικά θέματα και πολεμικά ενδεχόμενα. Νομίζουν ότι λύνουν προβλήματα μόνο και μόνο επειδή εκστρατεύουν εναντίον του «εθνικιστικού φανατισμού». Η συχνότατα όμως μισαλλόδοξη συμπεριφορά τους αποδεικνύει για μιαν επιπλέον φορά ότι ο φανατισμός εναντίον του φανατισμού μπορεί να είναι ακόμη πιο στενοκέφαλος από τον απλό φανατισμό.

Καμία ουσιαστική στρατηγική συζήτηση δεν είναι δυνατή αν δεν αφήσει στην άκρη τόσο τα εθνικιστικά όσο και τα ειρηνιστικά ιδεολογήματα· στόχος της είναι ακριβώς η υπέρβασή τους. Η εθνική στρατηγική δεν είναι ούτε «δεξιά», ούτε «αριστερή», ούτε «εθνικιστική», ούτε «διεθνιστική». Είναι τα πάντα, ανάλογα με τις επιταγές της συγκεκριμένης κατάστασης. Αλίμονο στη χώρα και στην πολιτική της ηγεσία αν ερμηνεύει τη συγκεκριμένη κατάσταση με βάση «δεξιές» ή «αριστερές» προτιμήσεις, αντί να προσαρμόζει τις προτιμήσεις στην κατά το δυνατόν ψυχρή ερμηνεία της συγκεκριμένης κατάστασης. Κάθε εθνική στρατηγική, εφόσον περιορίζεται στον σχεδιασμό των εκάστοτε επιθυμητών εξελίξεων, είναι καταδικασμένη σε μονομέρεια και δυσκαμψία, δηλαδή σε πρακτικό αδιέξοδο. Λόγος της ύπαρξής της είναι η κάλυψη όλων των ενδεχομένων, των περισσότερο και των λιγότερο πιθανών, των περισσότερο και των λιγότερο ευχάριστων. Και το φάσμα των ενδεχομένων το καταγράφει η υπεύθυνη ηγεσία ακούγοντας χωρίς προκαταλήψεις όλο το φάσμα των απόψεων και των προτάσεων, από οποιονδήποτε και αν προέρχονται. Όπως διάφοροι «ελληνοκεντρικοί» οφείλουν να μάθουν ότι η «Δύση» δεν είναι μόνον η «τεχνική» και η «λατρεία της ύλης», στην οποία αυτή αντιτάσσουν με υπεραπλουστευτική ευκολία το «πνεύμα» και την «ψυχή» της «ορθόδοξης Ανατολής», έτσι και όσοι επείγονται να «εξευρωπαϊσθούν» καλά θα έκαναν να μην αυταπατώνται ταυτίζοντας τη Δύση με τη δυτική προπαγάνδα («ορθολογισμός», «διάλογος», «ανθρώπινα δικαιώματα» κτλ.). Θα ωφελούσαν την Ελλάδα περισσότερο αν, π.χ., μιμούνταν τον τρόπο με τον οποίο διεξάγονται οι στρατηγικές συζητήσεις στη Γαλλία, στην Αγγλία ή στις ΗΠΑ. Τα πάντα, ακόμη και τα πιο απίθανα σενάρια πολέμου, γίνονται εδώ αντικείμενο εξέτασης και στάθμισης, και το κύριο μέλημα των αναλυτών δεν είναι να εκφράσουν τα ιδεολογικά τους γούστα (λες και δεν υπάρχει σοβαρότερο πράγμα στον κόσμο από αυτά), παρά να εξονυχίσουν δεδομένα και δυνατότητες προκειμένου να διευκολύνουν την υπεύθυνη ηγεσία στο έργο της. Η προσπάθεια επιβολής ιδεολογικής λογοκρισίας στις στρατηγικές συζητήσεις, όσο και αν καλύπτεται πίσω από υψιπετείς ηθικολογίες, δεν αποτελεί μόνον ένδειξη πνευματικού επαρχιωτισμού. Προπαντός βλάπτει τον τόπο.

Υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι για τους οποίους η εθνική μας στρατηγική είναι σήμερα υποχρεωμένη να έχει προ οφθαλμών ένα ευρύτατο φάσμα πιθανών εξελίξεων, που αρχίζει από τον συμβιβασμό, έστω και με απώλειες, και τελειώνει στον πόλεμο. Αναφέρομαι ιδιαίτερα στις σχέσεις με την Τουρκία. Η διαφορά του γεωπολιτικού δυναμικού ανάμεσα στις δύο χώρες αυξάνεται συνεχώς υπέρ της Τουρκίας, και σε 20-30 χρόνια θα είναι αβάσταχτη για την ελληνική πλευρά. Στην προοπτική αυτή μου φαίνεται προφανές ότι ένας συμβιβασμός θα αποτελούσε για την Ελλάδα το μικρότερο κακό, ακόμη και αν παραχωρούσε κάτι από ό,τι θεωρεί αυτή τη στιγμή κυριαρχικό της δικαίωμα. Ασφαλώς οι εθνικιστές θα αγανακτήσουν με μια τέτοια σκέψη, οφείλουν όμως να αναλογισθούν δύο πράγματα: ότι αργότερα η διαπραγματευτική θέση της χώρας θα είναι χειρότερη και ότι οι ολιγωρίες ή τα σφάλματα των περασμένων δεκαετιών έχουν το πικρό τους τίμημα. Αυτά όμως διόλου δεν σημαίνουν ότι οι ειρηνιστές δικαιούνται να θριαμβολογούν εκ των προτέρων. Γιατί για να συναφθεί ένας τέτοιος συμβιβασμός απαιτείται η βεβαιότητα ότι αυτός θα είναι τελειωτικός, ότι δηλαδή η άλλη πλευρά δεν θα τον χρησιμοποιήσει ως εφαλτήριο νέων αξιώσεων, οπότε σε λίγα χρόνια ή λίγους μήνες θα επιδεινωνόταν η κατάσταση σε σχέση με πριν. Όσοι προτείνουν σήμερα διάφορους συμβιβασμούς έχουν υπό γενικότατη έννοια δίκιο με βάση τα μακροπολιτικά δεδομένα (αν και οι ίδιοι λιγότερο σκέφτονται αυτά τα τελευταία και περισσότερο ελαύνονται από την επιθυμία να φανούν «πολιτισμένοι» άνθρωποι), κανείς τους όμως δεν μπορεί να εγγυηθεί πολιτικά τη βιωσιμότητα του συμβιβασμού. Και κάτι ακόμη παραβλέπουν οι ειρηνιστές: καθώς θεωρούν αφελώς τον συμβιβασμό υπαγόρευση της «λογικής» και της «ηθικής» και όχι ενός άτεγκτου συσχετισμού δυνάμεων, υποτιμούν τη σημασία της στρατιωτικής – αποτρεπτικής ισχύος ακριβώς για τη σύναψη ενός ευπρεπούς συμβιβασμού. Και οι εθνικιστές όμως, οι πατριώτες κτλ., που δεν κάνουν το λάθος να υποτιμούν την αποτρεπτική ισχύ, διέπραξαν για λόγους κομματικής ψηφοθηρίας κάτι εξαιρετικά επιζήμιο: ενίσχυσαν επί δύο δεκαετίες την οικονομική πολιτική του παρασιτικού καταναλωτισμού, με αποτέλεσμα τη γενικότερη εξάρτηση της δανειοτρεφούς χώρας και την υπονόμευση της αμυντικής της προσπάθειας. Ετσι, αν οι πρώτοι ωραιοποιούν τη σημερινή αδυναμία της Ελλάδας με ειρηνιστικά και αντιεθνικιστικά προπετάσματα, οι δεύτεροι, υποκύπτοντας στη λογική των πελατειακών σχέσεων και διαιωνίζοντας τις δυσλειτουργίες του πολιτικού συστήματος, αφαιρούν το ουσιαστικό περιεχόμενο από τις θέσεις τους. Και όπως οι δεύτεροι οφείλουν να κατανοήσουν έμπρακτα, και όχι απλώς ρητορικά, ότι μόνον η εκλογίκευση της οικονομίας σε παραγωγική βάση, δηλαδή η εξοικονόμηση και επένδυση πόρων χάρη στην υπέρβαση του παρασιτικού καταναλωτισμού και του πελατειακού συστήματος, μπορεί να στηρίξει την άμυνα της χώρας, έτσι και οι πρώτοι, όταν αντιτάσσονται με πάθος ιεροκηρύκων στα εξοπλιστικά προγράμματα, οφείλουν να αντιληφθούν ότι είναι πρακτικά το ίδιο είτε έχεις ένοπλες δυνάμεις με ανεπαρκή και απαρχαιωμένο οπλισμό είτε δεν έχεις καθόλου. Αν οι ειρηνιστές ήσαν συνεπείς, θα έπρεπε να ζητούν ρητά τη διάλυση των ενόπλων δυνάμεων, αφού έτσι κι αλλιώς αποκλείουν τον πόλεμο και πιστεύουν στην παντοδυναμία του «διαλόγου μεταξύ λογικών ανθρώπων». Είναι προφανές γιατί δεν τολμούν να το κάμουν: ακόμη και οι ηθικολόγοι φοβούνται τις λεμονόκουπες. Σε μια πραγματιστική αντίληψη, οι ένοπλες δυνάμεις μπορεί να είναι τόσο μέσο ειρήνης, δηλαδή αποτροπής, όσο και μέσο πολέμου. Μακάρι να είναι το πρώτο. Αλλά, είτε είναι το πρώτο είτε είναι το δεύτερο, απαιτείται η ίδια αρτιότητα. Και αρτιότητα δεν σημαίνει, όπως φαντάζονται πολλοί, να ξοδεύεις και να κατέχεις όσα ο αντίπαλος. Σημαίνει την ικανότητα ενός αποφασιστικού πλήγματος, έστω και από τη θέση του ασθενεστέρου. Μόνον όποιος διαθέτει την ικανότητα αυτή δεν φοβάται τον διάλογο σήμερα και δεν θα φοβηθεί αύριο να προχωρήσει σε διεθνώς εγγυημένους και πάγιους συμβιβασμούς. Αντίθετα, όσο πιο αδύνατος είναι κανείς τόσο περισσότερο πανικοβάλλεται στην ιδέα αδήριτων συμβιβασμών, φοβούμενος, και δίκαια, ότι αυτή θα είναι η αρχή του τέλους.


Τα παραπάνω δεν εισηγούνται κάποια λύση, αλλά ένα πλαίσιο και μια διαδικασία για την εύρεσή της. Επαναλαμβάνω: η χώρα μας βρίσκεται σήμερα μπροστά σε ένα ευρύ φάσμα ενδεχομένων, και το νόημα μιας στρατηγικής συζήτησης είναι η στάθμιση όλων των υπέρ και των κατά, με γνώμονα τη συγκεκριμένη κατάσταση και όχι «εθνικιστικές» ή «ειρηνιστικές» συμπάθειες. Θέλησα να δείξω, με όση συντομία επέβαλλε ο διαθέσιμος χώρος, ότι και τα δύο αυτά ιδεολογήματα ενέχουν αντιφάσεις και εσφαλμένες ερμηνείες. Το χειρότερο που θα μπορούσε να πάθει σήμερα ο τόπος θα ήταν να υποκαταστήσει τη σοβαρή στρατηγική συζήτηση με αντεγκλήσεις μεταξύ εθνικιστών και ειρηνιστών ή «ευρωπαϊστών», με κυνήγι μαγισσών και με πνευματική τρομοκρατία προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Φοβούμαι όμως εντονότατα ότι αυτό ακριβώς θα συμβεί. Γιατί όπως ο Κύριος μωραίνει ον βούλεται απολέσαι, έτσι και ένας λαός χάνει την ικανότητα της στρατηγικής σκέψης ακριβώς όταν τη χρειάζεται περισσότερο.

Άρχείο – ΤΟ ΥΠΕΞ ΑΝΑΒΑΛΛΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΕΠΙΒΑΡΥΝΕΙ ΤΙΣ ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ ΜΕ Τουρκία

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=272624

Και η απάντηση του Ν. Κοτζιά

Ελληνική ΑΟΖ: η «μόδα» της παραίτησης “Προκειμένου η κυβ/ση να δικαιολογήσει τη διαφαινόμενη παραίτηση από τμήμα της ελληνικής ΑΟΖ, δήλωσε ότι η ΑΟΖ στην Ελλάδα έχει καταντήσει «μια μόδα» της οποίας δεν πρόκειται να κάνει χρήση”

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=275446

Εικόνα

Κυρώσεις της ΕΕ κατά της Τουρκίας

Παραθέτω δηλώσεις του πρωθυπουργού et al ώστε να αξιολογηθεί η ελληνική “στρατηγική” έναντι της Τουρκίας καθώς και οι επιλογές της ΕΕ (τα μεταφέρω αυτούσια από το twitter)

Δεν θα υπήρχαν ούτως ή άλλως κυρώσεις.Πρόκειται για την απόλυτη αποδόμηση του όποιου σχεδιασμού του ΥΠΕΞ+την γελοιοποίηση της ίδιας της ελλ. ηγεσίας

Ωστόσο οι ίδιοι υπονομεύσαμε τη “στρατηγική” της χώρας(δεν υπήρχε, ο “στόχος” κυρώσεων ήταν μόνο ρητορικός>κοινή γνώμη στην Ελλάδα, to save face.

Εικόνα

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η δήλωση του Ελληνα ΥΠΕΞ λίγες μέρες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του

Εικόνα

Παραθέτω στη συνέχεια την περίπου απολογητική δήλωση του πρωθυπουργού αναφορικά με τις κυρώσεις κατά της Τουρκίας

«Υπάρχει ένα πακέτο πιθανών συνεπειών που αντιμετωπίζει η Τουρκία αν συνεχίσει αυτή τη συμπεριφορά.Είμαι ο τελευταίος που θα ήθελα η Ευρώπη να κινηθεί σε αυτή την κατεύθυνση”

Εικόνα
Εικόνα

Ο πρωθυπουργός δεν εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία σύναψης αμυντικής συμφωνίας με τη Γαλλία, επιλογή που θα αποτελούσε game changer. Παραθέτω ένα εύλογο ερώτημα από άρθρο

“Διερωτόμαστε λοιπόν, πώς είναι δυνατόν να εξασφαλίσουμε αμυντική ρήτρα με τη Γαλλία (η οποία σημειωτέον δεν εξαγγέλθηκε στην ΔΕΘ) όταν ο Έλληνας πρωθυπουργός δεν επιθυμεί τις οικονομικές κυρώσεις”

Οι παραπάνω επιλογές δεν αποτελούν ένα γρίφο. Την ορθή ερμηνεία είχε δώσει ο Α. Παπανδρέου(συνέντευξη στη Θεσσαλονίκη το 1995

Εικόνα
Εικόνα

Αν οι επιλογές μίας ηγεσίας προσδιορίσουν το στόχο τότε είναι όλα σαφή….

Ελλάς – Τουρκία το 7 προς 10

4.6.2016 / ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ

Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1919 στις 02-06-2016

Η υπονόμευση υπέρ της Άγκυρας της στρατιωτικής βοήθειας από τις ΗΠΑ

Τον θυμηθήκαμε γιατί τον περασμένο μήνα εγκατέλειψε τον μάταιο τούτο κόσμο ο παλιός γνωστός –για τους παλιότερους– Αμερικανός «φίλος» της Ελλάδας: Ο Μόντι Στερνς. Ο Στερνς, διπλωμάτης καριέρας, γυρόφερνε στο πόστο της Αθήνας από το 1955 και κατά την πρώτη διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, από το 1981 μέχρι το 1985, ήταν ο Αμερικανός πρέσβης στην ελληνική πρωτεύουσα.

Έχοντας περάσει πάνω από μία δεκαετία στη χώρα μας, αν μη τι άλλο ο Μόντι Στερνς ήταν βαθύς γνώστης της πολυπλοκότητας των σχέσεων που συντηρούσε η χώρα του στο τρίγωνο Αθήνας-Άγκυρας-Λευκωσίας. Την εμπειρία του αυτή μάλιστα την κατέγραψε σε ένα βιβλίο με τον εύγλωττο τίτλο «Περίπλοκες συμμαχίες», που εκδόθηκε και στα ελληνικά το 1992 από τις εκδόσεις «Το Ποντίκι» και έχει πια εξαντληθεί.

Στο εν λόγω βιβλίο ο Αμερικανός διπλωμάτης περιγράφει την αμερικανική πολιτική στην Ελλάδα, την Τουρκία και την Κύπρο. Καθώς η αναζήτηση από την πλευρά της Ουάσιγκτον των τρόπων διαιώνισης του ελέγχου της περιοχής συνεχίζεται, και το Κυπριακό και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις εξακολουθούν να είναι οι παράγοντες της αστάθειας στην περιοχή (και ταυτόχρονα η βάση για τον αμερικανικό έλεγχο), αξίζει τον κόπο να ανατρέξουμε στα όσα ο Μόντι Στερνς έγραφε από τότε για τη κατανομή της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας προς Ελλάδα και Τουρκία.

Τώρα, δυόμισι δεκαετίες αργότερα, και καθώς η ισορροπία στρατιωτικής ισχύος έχει ανατραπεί σε βάρος της Ελλάδας και υπέρ της Τουρκίας, έχει ενδιαφέρον να δούμε τις απαρχές αυτής της «διαταραχής», η οποία ξεκίνησε από την υπονόμευση της αναλογίας 7 προς 10 της παρεχόμενης από την Ουάσιγκτον βοήθειας σε Αθήνα και Άγκυρα. Η ιστορία βοηθά πάντα, άλλωστε, για την εξαγωγή συμπερασμάτων στο (δύσκολο) παρόν… 

Ας δώσουμε τον λόγο, λοιπόν, στον Μόντι Στερνς από το βιβλίο του «Περίπλοκες συμμαχίες». 

Η ποσοστοποίηση της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας προς την Ελλάδα και την Τουρκία έχει μεταβληθεί σε μήλο της Έριδος και προκαλεί τόσο σκληρές διαμάχες ανάμεσα στους παραλήπτες της, όσο αυτές που προκάλεσε και το μήλο που έδωσε ο Πάρις στην Αφροδίτη, με κατάληξη τον Τρωικό Πόλεμο. 

Σε διάστημα μεγαλύτερο των 40 ετών, από το 1947 μέχρι το 1991, η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς την Τουρκία έφτασε τα εννέα δισεκατομμύρια δολάρια και αυτή προς την Ελλάδα ξεπέρασε τα πέντε δισεκατομμύρια δολάρια. Οι ετήσιες προτάσεις βοήθειας από την εκτελεστική εξουσία και οι ενέργειες που συνοδεύουν την έγκριση από το Κογκρέσο και τη διαδικασία της χορήγησης είναι γνωστές τόσο στις κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Τουρκίας όσο και στα υπουργεία Άμυνας και Εξωτερικών. Αυτό έγινε περισσότερο σαφές μετά την κυπριακή κρίση του 1974, όταν η τουρκική κατοχή του 36% του νησιού, η οποία ήταν συνέπεια ενός πραξικοπήματος της Αθήνας εναντίον της νόμιμης κυβέρνησης της Κύπρου, ανάγκασε το Κογκρέσο, τον Φεβρουάριο του 1975, να επιβάλει εμπάργκο στην αποστολή όπλων προς την Τουρκία, το οποίο διατηρήθηκε μέχρι τον Αύγουστο του 1978. 

Εκείνο τον χρόνο, με μια τροποποίηση του νόμου περί Εξωτερικής Βοήθειας του 1961, το Κογκρέσο διέκοψε το εμπάργκο καθορίζοντας ότι η αμερικανική βοήθεια προς την Ελλάδα και την Τουρκία πρέπει «να σχεδιαστεί με τρόπο που θα εξασφαλίζει τη διατήρηση της υφιστάμενης ισορροπίας των στρατιωτικών δυνάμεων ανάμεσα στις χώρες της περιοχής». 

Αν ο όρος «υφιστάμενη ισορροπία» είχε μείνει αδιευκρίνιστος, μια τόσο γενική έκφραση θα αποτελούσε την αχίλλειο πτέρνα των προγραμμάτων βοήθειας προς την Ελλάδα και την Τουρκία και ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα για οποιαδήποτε κυβέρνηση. Για τις κυβερνήσεις Φορντ, Κάρτερ, Ρίγκαν και Μπους –οι οποίες είχαν την επιθυμία να ενισχύσουν το μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ, μετά τον αμερικανικό, και ν’ αποζημιώσουν την Τουρκία για τις ηθικές και υλικές βλάβες που είχε υποστεί στη διάρκεια του εμπάργκο– ο εκσυγχρονισμός των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων αποτελούσε πρωταρχικό στόχο. 

Η ισορροπία δυνάμεων στο Αιγαίο, που είναι πολύ σημαντική για την Ελλάδα, περνούσε σαφώς σε δεύτερη μοίρα. Η Τουρκία, με την εντυπωσιακή στρατιωτική δύναμή της, την έντονη στρατιωτική παράδοση και την επιθυμία της ηγεσίας της να συνδέσει στενότερα τη χώρα με την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, φημιζόταν στην Ουάσιγκτον και το ΝΑΤΟ ως πιστός σύμμαχος. 

Η Ελλάδα, από την άλλη πλευρά, είχε τη φήμη δύσκολου συνομιλητή, εριστικού στην προβολή των παραπόνων του κατά της Τουρκίας στα συμβούλια του ΝΑΤΟ και συχνά έτοιμου να δημιουργήσει διμερή προβλήματα στις στρατιωτικές υποθέσεις της συμμαχίας, δίνοντας την εντύπωση του αδικημένου και πικραμένου συμμάχου. Αν είχαν την ευκαιρία να καθορίσουν ανενόχλητοι το επίπεδο της στρατιωτικής βοήθειας, οι διπλωμάτες της Ουάσιγκτον θα ασχολούνταν λιγότερο με την αναγκαιότητα της «ισορροπίας στο Αιγαίο» και περισσότερο με το να αποσπάσουν από το Κογκρέσο τα κολοσσιαία ποσά που θεωρούσαν αναγκαία για να μετατρέψουν την τεράστια αλλά ξεχαρβαλωμένη τουρκική στρατιωτική μηχανή σε σύγχρονη δύναμη κρούσης. 

Ισορροπία στο Αιγαίο

Τα περιθώρια των χειρισμών τους, πάντως, στένεψαν απότομα από το γεγονός ότι το Κογκρέσο, όταν διέκοψε το εμπάργκο κατά της Τουρκίας, είχε ήδη καταλήξει στον ορισμό της «ισορροπίας στο Αιγαίο». Αποδεχόμενη τις απόψεις της ελληνικής κυβέρνησης, η πλειοψηφία του Κογκρέσου, με επικεφαλής έναν συνασπισμό φιλελλήνων, φιλελεύθερων και συντηρητικών Ελληνοαμερικανών ψηφοφόρων, αποφάσισε ότι το status quo του Αιγαίου δεν θα κινδύνευε, αν η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς την Ελλάδα και την Τουρκία καθοριζόταν σε αναλογία 7 προς 10. Η Ελλάδα, δηλαδή, θα έπαιρνε το 70% του ποσού που θα εγκρινόταν κάθε φορά για την Τουρκία. 

Πώς έφτασε σε αυτούς τους αριθμούς η ελληνική κυβέρνηση; Η καλύτερη εξήγηση που έχω ακούσει προέρχεται από έναν ανώτερο Έλληνα διπλωμάτη, ο οποίος μετείχε στον υπολογισμό του 7 προς 10 το 1976, όταν η Ελλάδα και οι ΗΠΑ διαπραγματεύονταν μια νέα συμφωνία αμυντικής και οικονομικής συνεργασίας. 

Παράλληλες διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην Τουρκία και τις ΗΠΑ στην Άγκυρα, τον Μάρτιο του 1976, είχαν καταλήξει στην υπογραφή μιας συμφωνίας που περιλάμβανε την υποχρέωση των ΗΠΑ να παραχωρήσουν στρατιωτική βοήθεια ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων στην Τουρκία κατά την τετραετή διάρκεια της DECA. Αυτό το ποσό υπερέβαινε κατά πολύ το επίπεδο βοήθειας που είχε συζητήσει η αμερικανική αντιπροσωπεία με την Ελλάδα. Με τη συνηθισμένη τάση τους για στεγανοποίηση των ελληνικών και των τουρκικών υποθέσεων, τα υπουργεία Εξωτερικών και Άμυνας δεν φρόντισαν να πληροφορήσουν την αντιπροσωπεία της Αθήνας ούτε για τα στάδια ούτε για τα βασικά στοιχεία των διαπραγματεύσεων που γίνονταν στην Άγκυρα. Τα προτεινόμενα ποσά βοήθειας προς την Τουρκία προκάλεσαν σοκ τόσο στους Αμερικανούς όσο και στους Έλληνες συνομιλητές τους, οι οποίοι, κατά σύμπτωση, έκαναν επιθεώρηση σε αμυντικές εγκαταστάσεις των ΗΠΑ όταν έγινε η σχετική ανακοίνωση. 

Ανατροπή ισορροπίας 

Ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής αντέδρασε στις ειδήσεις από την Άγκυρα αναστέλλοντας αμέσως τις διαπραγματεύσεις της ελληνικής DECA και ανακαλώντας την αντιπροσωπεία του από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Πληροφόρησε τον επικεφαλής της αμερικανικής αντιπροσωπείας ότι η Ελλάδα θα διατύπωνε νέα αιτήματα για στρατιωτική βοήθεια ανάλογη με αυτήν που προέβλεπε η τουρκική DECA και στη συνέχεια έδωσε οδηγίες στο ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών να κάνει τους σχετικούς υπολογισμούς, στους οποίους περιλαμβανόταν και η συνολική αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς την Ελλάδα και την Τουρκία από το 1947. 

Όταν το υπουργείο συνέκρινε τα ποσά της τουρκικής βοήθειας (όπως τα είχε στείλει η ελληνική πρεσβεία στην Άγκυρα) με τα ποσά της ελληνικής βοήθειας κατά την ίδια χρονική περίοδο, προέκυψε η αναλογία 7 προς 10. Η κυβέρνηση Καραμανλή ζήτησε αμέσως να περιληφθεί στην ελληνική DECA στρατιωτική βοήθεια αξίας 700 εκατομμυρίων δολαρίων. Όταν η κυβέρνηση Φορντ επαλήθευσε τα ποσά, ο υπουργός Εξωτερικών Κίσινγκερ ενέκρινε την υπόσχεση να εξευρεθεί αυτό το ποσό από το Κογκρέσο.

Οι διαπραγματεύσεις επαναλήφθηκαν και, τον Ιούλιο του 1977, εγκρίθηκε μια νέα DECA, μολονότι, για λόγους που θα αναφέρουμε αργότερα, δεν υπογράφηκε ποτέ. Από τότε η αναλογία 7 προς 10 παραμένει ο ανεπίσημος αλλά αποφασιστικός παράγοντας της «ισορροπίας στο Αιγαίο» για την ελληνική κυβέρνηση. Παρά τους ισχυρισμούς της Αθήνας ότι αυτή η αναλογία είναι υποχρεωτική από την αμερικανική νομοθεσία, δεν υπάρχει τίποτα σχετικό. Από το 1978, η εκτελεστική εξουσία συνήθως υποβάλλει αιτήματα για βοήθεια που αποκλίνουν από το 7 προς 10, αλλά το Κογκρέσο αποκαθιστά τα ποσοστά μειώνοντας το σύνολο προς την Τουρκία και/ή αυξάνοντας το ποσό προς την Ελλάδα.

Αποτελεί ειρωνεία το γεγονός ότι αυτή η διαδικασία φέρνει τις αμερικανικές κυβερνήσεις στη θέση να αποποιούνται μια σπάνια προσφορά του Κογκρέσου, που τους παρέχει την ευχέρεια να διαθέσουν κεφάλαια με αποκλειστικώς πολιτικά κριτήρια –κάτι για το οποίο η εκτελεστική εξουσία εκλιπαρεί σε άλλες περιπτώσεις– και το Κογκρέσο στη θέση να αποποιείται εκουσίως τις εξουσίες του, τις οποίες συνήθως διαφυλάττει ζηλότυπα, όσον αφορά την αξιολόγηση των προτάσεων βοήθειας. 

Το αμερικανικό παιχνίδι 

Οι αντιρρήσεις της εκτελεστικής εξουσίας στην αναλογία 7 προς 10 δεν προέρχονται από κάποιο ενδιαφέρον για προστασία των προνομίων του Κογκρέσου. Αντιθέτως, εκφράζουν την αντίληψη πως, αν η βοήθεια προς την Ελλάδα σταθεροποιηθεί στο 70% της αντίστοιχης προς την Τουρκία, δεν θα είναι εύκολο να δοθούν τα τεράστια ποσά βοήθειας που πιστεύει η κυβέρνηση ότι πρέπει να χορηγηθούν στην Τουρκία. Αυτό ήταν εύκολο να γίνεται τα χρόνια μετά την άρση του εμπάργκο, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που γραφόταν αυτό το βιβλίο, οπότε το Κογκρέσο, επηρεαζόμενο από τη σημαντική συνδρομή της Τουρκίας στη στρατιωτική νίκη του πολέμου στον Περσικό Κόλπο, φάνηκε πρόθυμο ν’ αφήσει προσωρινά κατά μέρος την αναλογία 7 προς 10 για το οικονομικό έτος 1992. 

Η αναλογία αυτή διατηρείται μέχρι τώρα από το Κογκρέσο σε επίπεδο σημαντικά μικρότερο από εκείνο που ζητάει η κυβέρνηση. Το οικονομικό έτος 1988, για παράδειγμα, η τουρκική απογοήτευση για τη συνολική βοήθεια ύψους 525,3 εκατομμυρίων δολαρίων, την οποία έλαβε μετά τον περιορισμό από το Κογκρέσο του ποσού των 913,5 εκατομμυρίων που είχε ζητήσει αρχικά, οδήγησε στην προσωρινή απόφαση της τουρκικής κυβέρνησης ν’ αναβάλει την επικύρωση των επιστολών που είχε ανταλλάξει με τις ΗΠΑ τον Μάρτιο του 1987, με τις οποίες παρατεινόταν η DECA μέχρι το τέλος του 1990. 

Ένας άλλος λόγος της δυσαρέσκειας της εκτελεστικής εξουσίας για την αναλογία 7 προς 10 είναι η πεποίθηση κυβερνητικών κύκλων ότι πρόκειται για «τεχνητή απόφαση, η οποία παραποιεί το πρωταρχικό στοιχείο των τουρκικών αναγκών και των συμφερόντων ΗΠΑ και ΝΑΤΟ που έχουν σχέση με την ικανοποίηση τους… Η βοήθεια πρέπει να παρέχεται στην Ελλάδα και την Τουρκία συμφωνά με τις ειδικές ανάγκες τους εν σχέσει με το ΝΑΤΟ, χωρίς την ύπαρξη μιας αυτόματης αναλογίας μεταξύ των συμμάχων». 

 Η λογική αυτής της ανάλυσης είναι αδιάσειστη, αλλά θα ήταν πιο πειστική αν η εκτελεστική εξουσία δεν είχε δεχτεί σε πολλές άλλες περιπτώσεις πολιτικές σκοπιμότητες για τον καθορισμό του επιπέδου βοήθειας. Οι ανάγκες του Ισραήλ και της Αιγύπτου, παραληπτών των μεγαλύτερων ποσών αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας από το 1979, έχουν υπολογιστεί με εξίσου πολιτικά κριτήρια. Ακόμη και μέσα στο ΝΑΤΟ οι πολιτικοί παράγοντες έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στις αποφάσεις για τον καθορισμό τού ποιος θα πάρει τι και σε ποια αναλογία.

Η πιο αμφισβητήσιμη ερμηνεία, στην οποία στηρίζονται τα προγράμματα βοήθειας προς την Ελλάδα και την Τουρκία, δεν είναι η αναλογία που στο κάτω κάτω αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα των ταραγμένων σχέσεών τους, αλλά η πρόφαση ότι τις εξοπλίζουμε εναντίον μιας εξωτερικής απειλής και όχι για να πολεμήσουν μεταξύ τους». 

Αυτά έγραφε τότε ο Μόντι Στερνς και από τότε μπορεί να έχουν αλλάξει πολλά, ωστόσο η ουσία της «περίπλοκης συμμαχίας» μεταξύ Ουάσιγκτον-Ελλάδας-Τουρκίας παραμένει αναλλοίωτη: η Τουρκία έχει κερδίσει την εξοπλιστική κούρσα, η χρεοκοπημένη Ελλάδα, παρότι έχει ξοδέψει κολοσσιαία ποσά, αδυνατεί να αντιμετωπίσει την τουρκική επεκτατική πολιτική και οι ΗΠΑ παραμένουν οι αιώνιοι τοποτηρητές του ελληνοτουρκικού «οικοπέδου» και ρυθμιστές των όποιων μελλοντικών εξελίξεων.