Η Οικοδόμηση της Ευρώπης, ειρήνη, συμφιλίωση, συνεργασία, ολοκλήρωση, εκδ. Ποιότητα, Αθήνα

Η πολιτική κρίση στη Γερμανία

Γ. Βοσκόπουλος, αναπλ. Καθ. Ευρωπαϊκών Σπουδών

GERMANY-POLITICS-PARTIES-CDU

Η παραίτηση της Kramp-Karrenbauer από την ηγεσία του CDU αντιμετωπίστηκε λανθασμένα ως αερόλιθος που έπεσε εξ ουρανού σε μία χώρα που εδώ και καιρό αντιμετωπίζει αλληλένδετα εσωτερικά προβλήματα που αφορούν το ίδιο το γερμανικό πολιτικό σύστημα.

Το πρώτο σκέλος αφορά προβλήματα συντονισμού της κυβέρνησης συνασπισμού και επιλογών που εκ των πραγμάτων δημιουργούν φυγόκεντρες δυνάμεις εντός του CDU. Φυγόκεντρες, αφού η σύνθεση απόψεων φαίνεται εξαιρετικά δύσκολη σε μία εποχή ιδεολογικής στειρότητας και πόλωσης.

Το δεύτερο σκέλος αφορά πιέσεις για υιοθέτηση μίας περισσότερο σκληρής πολιτικής σε πεδία όπως (ενδεικτικά) το μεταναστευτικό. Οι προσπάθειες να επαναπροσδιοριστεί το πλαίσιο συνεργασίας του κυβερνώντος συνασπισμού στο πρόσφατο παρελθόν βρήκαν αντίθετη την ηγέτιδα του Kramp-Karrenbauer. Η ίδια επεσήμανε εμφατικά ότι «η συμφωνία με βάση την οποία οικοδομήσαμε αυτόν τον συνασπισμό ισχύει και δεν τίθεται ζήτημα επαναδιαπραγμάτευσης της» (δηλώσεις σε DW και Welt am Sonntag).

Οι εξελίξεις δημιουργούν ένα περιβάλλον εσωστρέφειας στη Γερμανία με την κ. Kramp-Karrenbauer να αναζητά τον / την διάδοχο της μέχρι το καλοκαίρι. Είναι σαφές ότι οι πολιτικές εξελίξεις στη Θουριγκία αποτέλεσαν τον καταλύτη που απειλεί την ούτως ή άλλως εύθραυστη σταθερότητα στη χώρα. Η συμμαχία τοπικών στελεχών του CDU με το AfD ουσιαστικά ενισχύει τις φυγόκεντρες δυνάμεις εντός του CDU και αναδεικνύει την έλλειψη ενός κοινού οράματος, μίας ενιαίας ιδεολογικής βάσης. Η ίδια η Kramp-Karrenbauer σε συνέντευξη της στο Βερολίνο μίλησε για «την ανάγκη να δημιουργηθεί ένα ισχυρό CDU»  και όχι ένα αδύναμο κόμμα. Προσδιόρισε, τουλάχιστον έμμεσα, τη συμμαχία CDU – AfP στη Θουριγκία ως μία ένδειξη αδυναμίας. Η επιλογή αυτή ενέχει ιδιαίτερη σημασία ως σημαίνον αλλά παραπέμπει και σε ένα σημαντικό σημαινόμενο: της κατηγορηματικής άρνησης της ηγεσίας του CDU να συνεργαστεί με το AfD. Μία τέτοια συνεργασία θα δημιουργούσε μία σαφή ιδεολογικο-πολιτική ασάφεια στο ίδιο το CDU και θα κατέρριπτε ένα ιδεολογικό θέσφατο του κόμματος. Επιπλέον, αν και θα μπορούσε να του προσφέρει πρόσκαιρα οφέλη σε περιφερειακό επίπεδο, θα το αποδυνάμωνε σε επίπεδο κεντρικής πολιτικής σκηνής. Η Kramp-Karrenbauer επεσήμανε ότι το «AfD βρίσκεται απέναντι σε ότι πρεσβεύει το CDU», αναδεικνύοντας με σαφή τρόπο την απόλυτη ιδεολογική ασυμβατότητα ανάμεσα στα δύο κόμματα [1].

Το εύλογο ερώτημα είναι γιατί η Kramp-Karrenbauer παραιτήθηκε με τρόπο που να δημιουργεί κενό και σε επίπεδο ηγεσίας του CDU αλλά σε αυτό της υποψηφιότητας για την καγκελαρία. Εξάλλου αποτέλεσε την εκλεκτή της Α. Μέρκελ, γεγονός που τις προσέδιδε προστιθέμενη πολιτική αξία. Η ίδια αιτιολόγησε την επιλογή της με βάση το σκεπτικό ότι ο διαχωρισμός ανάμεσα στην ηγεσία του CDU και σε αυτόν της υποψηφίας καγκελαρίου θα αποδυνάμωνε το κόμμα. Επί της ουσίας το σκεπτικό της είναι σωστό σε μία Γερμανία που διέρχεται την τελευταία διετία μία εμφανή ή υποδόρια πολιτική κρίση [2].

Η πολιτική αστάθεια στη Γερμανία δεν δημιουργήθηκε σήμερα, αφού υποβόσκει ήδη από το διάστημα πριν τις εκλογές του 2017. Οι εξελίξεις θα κρίνουν όχι μόνο το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό στη χώρα, αλλά και την πορεία της ΕΕ. Μπορεί τα ηγετικά (κεντρικά) στελέχη του CDU να απορρίπτουν κάθε μορφή συνεργασίας με το AfD , ωστόσο πολλά περιφερειακά στελέχη του κόμματος δείχνουν να αποστασιοποιούνται δημιουργώντας σαφές ζήτημα ενότητας του κόμματος.

Η κρίση στις εκλογές της Θουριγκίας δεν ήταν η μοναδική που κατέδειξε το έλλειμμα ενότητας εντός του  CDU.  Το Δεκέμβριο του 2019 παραιτήθηκε στέλεχος του στο κρατίδιο Saxony-Anhalt λόγω των αποδεδειγμένων (και καθ‘ ομολογία του ιδίου) σχέσεων του με την άκρα δεξιά. Το πρόβλημα τότε αντιμετωπίστηκε με την παραίτηση του, ώστε, όπως ο ίδιος υποστήριξε, «να μην γίνει μεγαλύτερο κακό» στο κόμμα. Το περιστατικό δημιούργησε κρίση στους κόλπους του κυβερνώντος συνασπισμού με τους πλέον επικριτικούς να υποστηρίζουν – όχι άδικα- ότι το κόμμα δεν «κατάφερε να αποστασιοποιηθεί αρκετά από την άκρα δεξιά». Στην περίπτωση του περιστατικού στην Saxony-Anhalt αποκαλύφθηκε ότι δεν ήταν λίγα τα τοπικά στελέχη του CDU που προωθούσαν μια τοπική συνεργασία με το ξενοφοβικό AfD κάτι που προκάλεσε την οργισμένη απάντηση των τοπικών στελεχών των Πρασίνων.

Τα παραπάνω δεν μπορούν να εκληφθούν ως συγκυριακές συμπεριφορές μεμονωμένων στελεχών. Ο κεντρικός κομματισμός μηχανισμός του CDU αδυνατεί να ελέγξει περιφερειακά στελέχη που δείχνουν τάσεις αυτόνομης δράσης. Περισσότερο ανησυχητικό είναι ότι αυτές οι τάσεις δεν διαμορφώνονται ως μία αντίδραση στο πρόσωπο της ηγεσίας του CDU αλλά ως μία αμφισβήτηση των καταστατικών αρχών του και μία στροφή προς επιλογές που το φέρνουν ιδεολογικά πιο κοντά στο AfD.

 

[1] Για τις θέσεις των κομμάτων και το βαθμό συμβατότητας δείτε την παρέμβαση μου “Memo για τις γερμανικές εκλογές”, 2017, https://www.academia.edu/37886187/Memo_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B9%CF%82_%CE%B3%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82_%CE%B5%CE%BA%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CF%82_2017

[2] Βλ. την παρέμβαση μου «Πολιτική Κρίση στη Γερμανία», 2017, https://www.academia.edu/38038195/%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%BA%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B7_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%93%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B1

 

>>https://www.academia.edu/41953743/%CE%97_%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%BA%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B7_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%93%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B1

 

Γ. Βοσκόπουλος-Πολιτική κρίση στη Γερμανία

Αποτέλεσμα εικόνας για μέρκελ

Γ. Βοσκόπουλος, αναπλ. καθ. Ευρωπαϊκών Σπουδών, τμήμα ΔΕΣ, ΠΑΜΑΚ, π. πρόεδρος τμήματος

Η αποτυχία δημιουργίας κυβέρνησης συνασπισμού από την Α. Μέρκελ φέρνει τη χώρα σε μία ιστορικά πρωτόγνωρη κατάσταση. Είναι η πρώτη φορά που η χώρα μένει ακυβέρνητη.

Υπήρχαν ενδείξεις εξ αρχής ότι το εγχείρημα θα ήταν δύσκολο. Πράσινοι και Φιλελεύθεροι είχαν διαμετρικά αντίθετες θέσεις, οπότε ήταν εξαιρετικά δύσκολο να υπάρξει συμβιβασμός. Μάλιστα την τελευταία μέρα των διαπραγματεύσεων ο ηγέτης των Φιλελεύθερων δήλωσε ότι ορισμένα θέματα που είχαν στο διάστημα των διαπραγματεύσεων συμφωνηθεί ανατράπηκαν. Φαίνεται πως η αδυναμία συμφωνίας προήλθε από τη δική τους σκληρή στάση σε κρίσιμα ζητήματα και η απροθυμία τους να συμβιβαστούν σε μία πολιτική που είναι πιο κοντά στις αντιλήψεις της Α. Μέρκελ. Ολα αυτά τη στιγμή που κανείς από τους υποψήφιους κυβερνητικούς εταίρους στη χώρα δεν φαίνεται διατεθειμένος να αναλάβει την ευθύνη της κατάρρευσης των συνομιλιών για τη δημιουργία κυβέρνησης Συνασπισμού. Ως αποτέλεσμα, η λύση Τζαμάικα κατέληξε σε “τυφώνα Τζαμάικα”. Βέβαια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δήλωσε με έμφαση ότι είναι “πεπεισμένη” ότι το θεσμικό και συνταγματικό πλαίσιο της χώρας θα εξασφαλίσει την αναγκαία πολιτική σταθερότητα.

Οι επιλογές υπό τις παρούσες συνθήκες είναι δύο. Είτε κυβέρνηση μειοψηφίας είτε προκήρυξη εκλογών. Και οι δύο δημιουργούν εκ των πραγμάτων συνθήκες πολιτικής αστάθειας. Η ίδια η Α. Μέρκελ μιλησε για “δύσκολες εβδομάδες” που θα ακολουθήσουν. Κατά τη διάρκεια των ετών της ευρωπαϊκής κρίσης είναι η πρώτη φορά που η ίδια η Γερμανία βυθίζεται σε μία δίνη αστάθειας. Όλα αυτά τα χρόνια η γερμανική πολιτική και οι επιλογές της κυρίως σε διαχειριστικά ζητήματα και ζητήματα επιβολής περιοριστικών πολιτικών στις χώρες του Νότου προκαλούσαν πολιτικές κρίσεις εκτός χώρας.

Η πολιτική αστάθεια στη Γερμανία δεν αποτελεί εσωτερικό ζήτημα, αφού αφορά την ισχυρότερη οικονομικά χώρα της ΕΕ, ενώ δημιουργεί ζητήματα στην πορεία διαπραγματεύσεων μεταξύ ΕΕ και ΗΒ. Με τον σημαντικότερο οικονομικό παράγοντα της Ένωσης να βρίσκεται σε συνθήκες σοκ (ουσιαστικά ως σοκ θα πρέπει να περιγραφεί η έλλειψη κυβέρνησης στη χώρα) οι διαπραγματεύσεις θα πρέπει να καθυστερήσουν επί μακρόν, αφού οι δύο εναλλακτικές λύσεις (κυβέρνηση μειοψηφίας, νέες εκλογές) θα επαναπροσδιορίσουν σε ένα αβέβαιο αφετηριακά μέλλον την ενεργοποίηση και ομαλή λειτουργία της νέας κυβέρνησης.

Αν η Α. Μέρκελ επιμείνει στην λογική άποψη ότι μία κυβέρνηση μειοψηφίας την καθιστά ανίσχυρη πολιτικά, οπότε δεν είναι επιθυμητή, τότε εκ των πραγμάτων οδηγούμαστε σε νέες εκλογές με αβέβαιη έκβαση, αφού το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι ακόμα πιο δυσμενές για το κόμμα της. Κλειδί για τις δραματικές πολιτικές εξελίξεις στη χώρα ήταν η είσοδος του AfD στη γερμανική Βουλή, γεγονός που κατακερμάτισε το πολιτικό σκηνικό. Η π. Καγκελάριος έχει αποδυναμωθεί σημαντικά στηρίζοντας πολιτικές που βρίσκονται πιο κοντά στο ευρωπαϊκό κεκτημένο, όπως οι ποσοστώσεις προσφύγων που θα δέχεται η Γερμανία, τα προνόμια που θα τους προσφερθούν. Πλην των Πρασίνων οι πιθανοί κυβερνητικοί εταίροι της απαίτησαν μία ιδιαίτερα σκληρή πολιτική στο προσφυγικό-μεταναστευτικό, επιλογές που τους προσέφεραν πολιτικά οφέλη σε μία κοινωνία που εμφανίζει τάσεις περιχαράκωσης.

Το αποτέλεσμα της παρούσας κρίσης σύμφωνα με το Ινστιτούτο Delhors προσδιορίζεται σε 4 άξονες. Πρώτον, δεν θα υπάρχει μία ισχυρή και σταθερή κυβέρνηση επί μήνες. Δεύτερον, η Α. Μέρκελ είναι πολιτικά δύναμη. Τρίτον η επιλογή μίας κυβέρνησης μειοψηφίας είναι μία λύση χωρίς προηγούμενο, οπότε είναι άγνωστο το πόσο θα μπορούσε να επιβιώσει. Τέταρτον, η κρίση δημιουργεί εκ των πραγμάτων κενό ηγεσίας στην ΕΕ με τα μάτια όλων να στρέφονται στον Ε. Μακρόν που εξέφρασε την ανησυχία του για την γερμανική κρίση.

Προβλέψεις εκ του ασφαλούς δεν μπορούν να γίνουν. Ωστόσο για να αποφευχθούν νέες εκλογές η Α. Μέρκελ θα πρέπει να αποδεχτεί (ως κυβέρνηση μειοψηφίας) έναν πρωτόγνωρο για την ίδια ρόλο, αυτόν της μη ισχυρής Καγκελαρίου.

More

 

Το γερμανικό ζήτημα και ο κίνδυνος του θεσμικού ηγεμονισμού

Οι κρίσεις αποτελούν προκλήσεις αλλά ταυτόχρονα και ευκαιρίες. Αυτό συμβαίνει ακόμα και στα πλαίσια μίας ένωσης κρατών όπως η ΕΕ. Η δημοσιονομική κρίση στην Ευρώπη αποτελεί μία πρόκληση για τη συνοχή της Ένωσης, τη βιωσιμότητα της ΟΝΕ, και συνιστά μία ευκαιρία θεσμικής μετεξέλιξης η οποία ωστόσο φαίνεται να προσδιορίζεται με όρους οικονομικής ισχύος.

Οι τάσεις διαμόρφωσης ενός πλαισίου θεσμικής ηγεμονίας άρχισαν να διαμορφώνονται ως αντίδραση στη μεγαλύτερη οικονομική κρίση που αντιμετώπισε η Ευρώπη μεταπολεμικά. Αυτό συνιστά μία νεωτερική, μεταμοντέρνα θεσμοθετημένη έκφανση πρακτικών εξαναγκασμού χωρίς ιστορικό, θεωρητικό και εμπειρικό προηγούμενο σε συνθήκες εθελούσιας ολοκλήρωσης. Αν η θεσμική μορφή, ποιότητα και ένταση του φαινομένου περιφερειακής ολοκλήρωσης συνιστούσε μία εκτροπή από την κανονικότητα της ευρωπαϊκής πραγματικότητας, η υιοθέτηση πρακτικών θεσμικού εξαναγκασμού και η προοπτική εδραίωσης μίας θεσμικής ηγεμονίας αποτελεί επιστροφή σε μία νέα, μόνο όσον αφορά τα μέσα, μορφή ηγεμονισμού. Οι τάσεις αυτές υπερκαλύπτουν τις κανονιστικές εκφάνσεις και το ονομαστικό αξιακό περιβάλλον της Ένωσης. Με βάση τις σημαντικές αποκλίσεις από τον κανονιστικό κορμό της Ένωσης θα πρέπει να σημειωθεί ότι:

Πρώτον, σε ένα ετερογενές πολιτικά, συνταγματικά, πολιτισμικά, αξιακά και πολιτειακά ευρωπαϊκό περιβάλλον ο όρος δημοκρατία ως σημαίνων δεν γίνεται αντιληπτός με ενιαίο, ομογενοποιημένο τρόπο και ταυτόσημα σημαινόμενα, ειδικά ανάμεσα σε χώρες με διαφορετικές πολιτικές, πολιτειακές και συνταγματικές παραδόσεις και εθνικά αξιακά συστήματα. Επιπλέον διαχειριστικά και θεσμικά η δημοκρατία εκλαμβάνεται ως μία αποδεκτή παράπλευρη απώλεια της ανάγκης αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης στην Ευρώπη. Εντάσσεται νοηματικά στα πλαίσια επιβολής κυρώσεων των «απείθαρχων» δημοσιονομικά χωρών.

Δεύτερον, η αφηρημένη χρήση του όρου ευρωπαϊκές αξίες θεμελιωμένη σε μία λογική υπεραπλούστευσης και υπερκάλυψης με κριτήριο το επιθυμητό και όχι το υφιστάμενο οδηγεί σε στρεβλώσεις και εξωραϊσμούς των αξιολογητικών διαβημάτων για την κοινή αποδοχή αξιών. Οι αξίες αυτές διαμορφώνονται με βάση έναν ελάχιστο κοινό παρανομαστή υπό το βάρος των εθνικών συμφερόντων και σαφών ενδείξεων επανεθνικοποίησης των επιλογών των κρατών μελών. Αν και η διαδικασία θεσμοθέτησης δημιουργεί κίνητρα συνεργασίας, ενισχύει το προϋπάρχων ελλειμματικό πλαίσιο αλληλεγγύης ειδικά στο πολιτικό-οικονομικό πεδίο. Παράλληλα αναδεικνύει εκφάνσεις ετερότητας (πολιτισμικές, α-πολιτικού χαρακτήρα προσεγγίσεις έναντι των χωρών μελών του Νότου) που είχαν προσωρινά μόνο υπερκαλυφθεί. Υπό αυτό το πρίσμα, η οικονομική ισχύς προβάλλεται σε επίπεδο θεσμικής ικανότητας προώθησης πρακτικών εξαναγκασμού των λιγότερο ισχυρών.

Τρίτον, καλλιεργείται λανθασμένα η αντίληψη ότι το σύστημα κανόνων και αξιών της ΕΕ είναι μη διαπραγματεύσιμο, α-πολιτικού χαρακτήρα χωρίς σκοπιμότητες που προκύπτουν από προτιμήσεις των κρατών μελών και/ή των ηγετικών ομάδων στο πολιτικοοικονομικό πεδίο αλλά και επιμέρους εθνικά συμφέροντα. Αυτό πηγάζει από συγκεκριμένες θεωρητικές προσεγγίσεις έναντι του φαινομένου ολοκλήρωσης και την εκούσια ή μη υποβάθμιση της πολιτικής διάστασής του όπως έγινε με τον λειτουργισμό και τις αποστεωμένες πολιτικά ουτοπικές υποθέσεις εργασίας του. Οι λειτουργιστές υποστήριξαν ότι η ολοκλήρωση θα υλοποιηθεί βήμα-βήμα, μέσα από μία σταδιακή α-πολιτικής υφής διαδικασία σε συγκεκριμένους τομείς. Οι επικριτές της προσέγγισης θεωρούν πως μία τέτοια διαδικασία δεν θα δημιουργήσει αρκετά ισχυρούς θεσμούς, ώστε να επιλυθούν φλέγοντα ζητήματα και δεν θα τους καταστήσει αρκετά δημοκρατικούς, ώστε να ανταποκριθούν στις ετερογενείς απαιτήσεις, προσδοκίες και διαφοροποιημένες ανάγκες των συλλογικοτήτων. Αν οι διεθνικοί θεσμοί αντικαταστήσουν κυρίαρχα κράτη τότε θα πρέπει να αποσαφηνιστεί ποια θα είναι η σχέση τους με τις συλλογικότητες τα προβλήματα των οποίων θα κλιθούν να επιλύσουν. Επιπλέον, ζητούμενο είναι ο τρόπος (θεσμικός, διαδικαστικός, συνταγματικός) με τον οποίο θα ομογενοποιηθούν αιτήματα, ανάγκες και προσδοκίες ενός ετερογενούς συνόλου το οποίο οριακά μόνο αποδέχεται λογικές αλληλεγγύης σε συνθήκες μη διάχυσης της ισχύος από την κορυφή (ισχυρά κράτη) στη βάση (μη ισχυρά κράτη).

Οι παρούσες προτάσεις για θεσμική μετεξέλιξη της ΕΕ όπως αντανακλώνται από τις πιέσεις των Γερμανών δημιουργούν καινοφανή δεδομένα αλληλεγγύης, δαιμονοποιούν συλλογικότητες και κυρίως επαναπροσδιορίζουν τις διευρωπαϊκές σχέσεις με βάση την οικονομική ισχύ. Ουσιαστικά η προσπάθεια αυτή υπερκαλύπτει θεσμικά, λειτουργικά και νοηματικά την αντίληψη των πρωτεργατών του φεντεραλισμού με βάση την οποία «ο φεντεραλισμός μπορεί να προκύψει μόνο ως απόρριψη κάθε ιδέας επιβολής μίας δικτατορικής Νέας Τάξης επιβαλλόμενης από μία από τις συνιστώσες πολιτείες». Η δρομολόγηση μιας θεσμικής αρχιτεκτονικής η οποία διεμβολίζει την εσωτερική κανονιστική τάξη μέσα από νομότυπες «συνέργιες» συνιστά κοσμογονία και οδηγεί στην επιβολή ενός θεσμικού δεσποτισμού των οικονομικά ισχυρών.
*Για μια πιο ενδελεχή ανάλυση του ζητήματος ανατρέξτε στο Βοσκόπουλους, Γ. “Ευρωπαϊκή Ένωση και Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, Εκφάνσεις ισχύος, αλληλόδραση και το ζήτημα της παγκόσμιας ηγεμονίας”, Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2012