Ελλάς – Τουρκία το 7 προς 10

4.6.2016 / ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ

Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1919 στις 02-06-2016

Η υπονόμευση υπέρ της Άγκυρας της στρατιωτικής βοήθειας από τις ΗΠΑ

Τον θυμηθήκαμε γιατί τον περασμένο μήνα εγκατέλειψε τον μάταιο τούτο κόσμο ο παλιός γνωστός –για τους παλιότερους– Αμερικανός «φίλος» της Ελλάδας: Ο Μόντι Στερνς. Ο Στερνς, διπλωμάτης καριέρας, γυρόφερνε στο πόστο της Αθήνας από το 1955 και κατά την πρώτη διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, από το 1981 μέχρι το 1985, ήταν ο Αμερικανός πρέσβης στην ελληνική πρωτεύουσα.

Έχοντας περάσει πάνω από μία δεκαετία στη χώρα μας, αν μη τι άλλο ο Μόντι Στερνς ήταν βαθύς γνώστης της πολυπλοκότητας των σχέσεων που συντηρούσε η χώρα του στο τρίγωνο Αθήνας-Άγκυρας-Λευκωσίας. Την εμπειρία του αυτή μάλιστα την κατέγραψε σε ένα βιβλίο με τον εύγλωττο τίτλο «Περίπλοκες συμμαχίες», που εκδόθηκε και στα ελληνικά το 1992 από τις εκδόσεις «Το Ποντίκι» και έχει πια εξαντληθεί.

Στο εν λόγω βιβλίο ο Αμερικανός διπλωμάτης περιγράφει την αμερικανική πολιτική στην Ελλάδα, την Τουρκία και την Κύπρο. Καθώς η αναζήτηση από την πλευρά της Ουάσιγκτον των τρόπων διαιώνισης του ελέγχου της περιοχής συνεχίζεται, και το Κυπριακό και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις εξακολουθούν να είναι οι παράγοντες της αστάθειας στην περιοχή (και ταυτόχρονα η βάση για τον αμερικανικό έλεγχο), αξίζει τον κόπο να ανατρέξουμε στα όσα ο Μόντι Στερνς έγραφε από τότε για τη κατανομή της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας προς Ελλάδα και Τουρκία.

Τώρα, δυόμισι δεκαετίες αργότερα, και καθώς η ισορροπία στρατιωτικής ισχύος έχει ανατραπεί σε βάρος της Ελλάδας και υπέρ της Τουρκίας, έχει ενδιαφέρον να δούμε τις απαρχές αυτής της «διαταραχής», η οποία ξεκίνησε από την υπονόμευση της αναλογίας 7 προς 10 της παρεχόμενης από την Ουάσιγκτον βοήθειας σε Αθήνα και Άγκυρα. Η ιστορία βοηθά πάντα, άλλωστε, για την εξαγωγή συμπερασμάτων στο (δύσκολο) παρόν… 

Ας δώσουμε τον λόγο, λοιπόν, στον Μόντι Στερνς από το βιβλίο του «Περίπλοκες συμμαχίες». 

Η ποσοστοποίηση της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας προς την Ελλάδα και την Τουρκία έχει μεταβληθεί σε μήλο της Έριδος και προκαλεί τόσο σκληρές διαμάχες ανάμεσα στους παραλήπτες της, όσο αυτές που προκάλεσε και το μήλο που έδωσε ο Πάρις στην Αφροδίτη, με κατάληξη τον Τρωικό Πόλεμο. 

Σε διάστημα μεγαλύτερο των 40 ετών, από το 1947 μέχρι το 1991, η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς την Τουρκία έφτασε τα εννέα δισεκατομμύρια δολάρια και αυτή προς την Ελλάδα ξεπέρασε τα πέντε δισεκατομμύρια δολάρια. Οι ετήσιες προτάσεις βοήθειας από την εκτελεστική εξουσία και οι ενέργειες που συνοδεύουν την έγκριση από το Κογκρέσο και τη διαδικασία της χορήγησης είναι γνωστές τόσο στις κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Τουρκίας όσο και στα υπουργεία Άμυνας και Εξωτερικών. Αυτό έγινε περισσότερο σαφές μετά την κυπριακή κρίση του 1974, όταν η τουρκική κατοχή του 36% του νησιού, η οποία ήταν συνέπεια ενός πραξικοπήματος της Αθήνας εναντίον της νόμιμης κυβέρνησης της Κύπρου, ανάγκασε το Κογκρέσο, τον Φεβρουάριο του 1975, να επιβάλει εμπάργκο στην αποστολή όπλων προς την Τουρκία, το οποίο διατηρήθηκε μέχρι τον Αύγουστο του 1978. 

Εκείνο τον χρόνο, με μια τροποποίηση του νόμου περί Εξωτερικής Βοήθειας του 1961, το Κογκρέσο διέκοψε το εμπάργκο καθορίζοντας ότι η αμερικανική βοήθεια προς την Ελλάδα και την Τουρκία πρέπει «να σχεδιαστεί με τρόπο που θα εξασφαλίζει τη διατήρηση της υφιστάμενης ισορροπίας των στρατιωτικών δυνάμεων ανάμεσα στις χώρες της περιοχής». 

Αν ο όρος «υφιστάμενη ισορροπία» είχε μείνει αδιευκρίνιστος, μια τόσο γενική έκφραση θα αποτελούσε την αχίλλειο πτέρνα των προγραμμάτων βοήθειας προς την Ελλάδα και την Τουρκία και ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα για οποιαδήποτε κυβέρνηση. Για τις κυβερνήσεις Φορντ, Κάρτερ, Ρίγκαν και Μπους –οι οποίες είχαν την επιθυμία να ενισχύσουν το μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ, μετά τον αμερικανικό, και ν’ αποζημιώσουν την Τουρκία για τις ηθικές και υλικές βλάβες που είχε υποστεί στη διάρκεια του εμπάργκο– ο εκσυγχρονισμός των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων αποτελούσε πρωταρχικό στόχο. 

Η ισορροπία δυνάμεων στο Αιγαίο, που είναι πολύ σημαντική για την Ελλάδα, περνούσε σαφώς σε δεύτερη μοίρα. Η Τουρκία, με την εντυπωσιακή στρατιωτική δύναμή της, την έντονη στρατιωτική παράδοση και την επιθυμία της ηγεσίας της να συνδέσει στενότερα τη χώρα με την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, φημιζόταν στην Ουάσιγκτον και το ΝΑΤΟ ως πιστός σύμμαχος. 

Η Ελλάδα, από την άλλη πλευρά, είχε τη φήμη δύσκολου συνομιλητή, εριστικού στην προβολή των παραπόνων του κατά της Τουρκίας στα συμβούλια του ΝΑΤΟ και συχνά έτοιμου να δημιουργήσει διμερή προβλήματα στις στρατιωτικές υποθέσεις της συμμαχίας, δίνοντας την εντύπωση του αδικημένου και πικραμένου συμμάχου. Αν είχαν την ευκαιρία να καθορίσουν ανενόχλητοι το επίπεδο της στρατιωτικής βοήθειας, οι διπλωμάτες της Ουάσιγκτον θα ασχολούνταν λιγότερο με την αναγκαιότητα της «ισορροπίας στο Αιγαίο» και περισσότερο με το να αποσπάσουν από το Κογκρέσο τα κολοσσιαία ποσά που θεωρούσαν αναγκαία για να μετατρέψουν την τεράστια αλλά ξεχαρβαλωμένη τουρκική στρατιωτική μηχανή σε σύγχρονη δύναμη κρούσης. 

Ισορροπία στο Αιγαίο

Τα περιθώρια των χειρισμών τους, πάντως, στένεψαν απότομα από το γεγονός ότι το Κογκρέσο, όταν διέκοψε το εμπάργκο κατά της Τουρκίας, είχε ήδη καταλήξει στον ορισμό της «ισορροπίας στο Αιγαίο». Αποδεχόμενη τις απόψεις της ελληνικής κυβέρνησης, η πλειοψηφία του Κογκρέσου, με επικεφαλής έναν συνασπισμό φιλελλήνων, φιλελεύθερων και συντηρητικών Ελληνοαμερικανών ψηφοφόρων, αποφάσισε ότι το status quo του Αιγαίου δεν θα κινδύνευε, αν η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς την Ελλάδα και την Τουρκία καθοριζόταν σε αναλογία 7 προς 10. Η Ελλάδα, δηλαδή, θα έπαιρνε το 70% του ποσού που θα εγκρινόταν κάθε φορά για την Τουρκία. 

Πώς έφτασε σε αυτούς τους αριθμούς η ελληνική κυβέρνηση; Η καλύτερη εξήγηση που έχω ακούσει προέρχεται από έναν ανώτερο Έλληνα διπλωμάτη, ο οποίος μετείχε στον υπολογισμό του 7 προς 10 το 1976, όταν η Ελλάδα και οι ΗΠΑ διαπραγματεύονταν μια νέα συμφωνία αμυντικής και οικονομικής συνεργασίας. 

Παράλληλες διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην Τουρκία και τις ΗΠΑ στην Άγκυρα, τον Μάρτιο του 1976, είχαν καταλήξει στην υπογραφή μιας συμφωνίας που περιλάμβανε την υποχρέωση των ΗΠΑ να παραχωρήσουν στρατιωτική βοήθεια ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων στην Τουρκία κατά την τετραετή διάρκεια της DECA. Αυτό το ποσό υπερέβαινε κατά πολύ το επίπεδο βοήθειας που είχε συζητήσει η αμερικανική αντιπροσωπεία με την Ελλάδα. Με τη συνηθισμένη τάση τους για στεγανοποίηση των ελληνικών και των τουρκικών υποθέσεων, τα υπουργεία Εξωτερικών και Άμυνας δεν φρόντισαν να πληροφορήσουν την αντιπροσωπεία της Αθήνας ούτε για τα στάδια ούτε για τα βασικά στοιχεία των διαπραγματεύσεων που γίνονταν στην Άγκυρα. Τα προτεινόμενα ποσά βοήθειας προς την Τουρκία προκάλεσαν σοκ τόσο στους Αμερικανούς όσο και στους Έλληνες συνομιλητές τους, οι οποίοι, κατά σύμπτωση, έκαναν επιθεώρηση σε αμυντικές εγκαταστάσεις των ΗΠΑ όταν έγινε η σχετική ανακοίνωση. 

Ανατροπή ισορροπίας 

Ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής αντέδρασε στις ειδήσεις από την Άγκυρα αναστέλλοντας αμέσως τις διαπραγματεύσεις της ελληνικής DECA και ανακαλώντας την αντιπροσωπεία του από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Πληροφόρησε τον επικεφαλής της αμερικανικής αντιπροσωπείας ότι η Ελλάδα θα διατύπωνε νέα αιτήματα για στρατιωτική βοήθεια ανάλογη με αυτήν που προέβλεπε η τουρκική DECA και στη συνέχεια έδωσε οδηγίες στο ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών να κάνει τους σχετικούς υπολογισμούς, στους οποίους περιλαμβανόταν και η συνολική αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς την Ελλάδα και την Τουρκία από το 1947. 

Όταν το υπουργείο συνέκρινε τα ποσά της τουρκικής βοήθειας (όπως τα είχε στείλει η ελληνική πρεσβεία στην Άγκυρα) με τα ποσά της ελληνικής βοήθειας κατά την ίδια χρονική περίοδο, προέκυψε η αναλογία 7 προς 10. Η κυβέρνηση Καραμανλή ζήτησε αμέσως να περιληφθεί στην ελληνική DECA στρατιωτική βοήθεια αξίας 700 εκατομμυρίων δολαρίων. Όταν η κυβέρνηση Φορντ επαλήθευσε τα ποσά, ο υπουργός Εξωτερικών Κίσινγκερ ενέκρινε την υπόσχεση να εξευρεθεί αυτό το ποσό από το Κογκρέσο.

Οι διαπραγματεύσεις επαναλήφθηκαν και, τον Ιούλιο του 1977, εγκρίθηκε μια νέα DECA, μολονότι, για λόγους που θα αναφέρουμε αργότερα, δεν υπογράφηκε ποτέ. Από τότε η αναλογία 7 προς 10 παραμένει ο ανεπίσημος αλλά αποφασιστικός παράγοντας της «ισορροπίας στο Αιγαίο» για την ελληνική κυβέρνηση. Παρά τους ισχυρισμούς της Αθήνας ότι αυτή η αναλογία είναι υποχρεωτική από την αμερικανική νομοθεσία, δεν υπάρχει τίποτα σχετικό. Από το 1978, η εκτελεστική εξουσία συνήθως υποβάλλει αιτήματα για βοήθεια που αποκλίνουν από το 7 προς 10, αλλά το Κογκρέσο αποκαθιστά τα ποσοστά μειώνοντας το σύνολο προς την Τουρκία και/ή αυξάνοντας το ποσό προς την Ελλάδα.

Αποτελεί ειρωνεία το γεγονός ότι αυτή η διαδικασία φέρνει τις αμερικανικές κυβερνήσεις στη θέση να αποποιούνται μια σπάνια προσφορά του Κογκρέσου, που τους παρέχει την ευχέρεια να διαθέσουν κεφάλαια με αποκλειστικώς πολιτικά κριτήρια –κάτι για το οποίο η εκτελεστική εξουσία εκλιπαρεί σε άλλες περιπτώσεις– και το Κογκρέσο στη θέση να αποποιείται εκουσίως τις εξουσίες του, τις οποίες συνήθως διαφυλάττει ζηλότυπα, όσον αφορά την αξιολόγηση των προτάσεων βοήθειας. 

Το αμερικανικό παιχνίδι 

Οι αντιρρήσεις της εκτελεστικής εξουσίας στην αναλογία 7 προς 10 δεν προέρχονται από κάποιο ενδιαφέρον για προστασία των προνομίων του Κογκρέσου. Αντιθέτως, εκφράζουν την αντίληψη πως, αν η βοήθεια προς την Ελλάδα σταθεροποιηθεί στο 70% της αντίστοιχης προς την Τουρκία, δεν θα είναι εύκολο να δοθούν τα τεράστια ποσά βοήθειας που πιστεύει η κυβέρνηση ότι πρέπει να χορηγηθούν στην Τουρκία. Αυτό ήταν εύκολο να γίνεται τα χρόνια μετά την άρση του εμπάργκο, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που γραφόταν αυτό το βιβλίο, οπότε το Κογκρέσο, επηρεαζόμενο από τη σημαντική συνδρομή της Τουρκίας στη στρατιωτική νίκη του πολέμου στον Περσικό Κόλπο, φάνηκε πρόθυμο ν’ αφήσει προσωρινά κατά μέρος την αναλογία 7 προς 10 για το οικονομικό έτος 1992. 

Η αναλογία αυτή διατηρείται μέχρι τώρα από το Κογκρέσο σε επίπεδο σημαντικά μικρότερο από εκείνο που ζητάει η κυβέρνηση. Το οικονομικό έτος 1988, για παράδειγμα, η τουρκική απογοήτευση για τη συνολική βοήθεια ύψους 525,3 εκατομμυρίων δολαρίων, την οποία έλαβε μετά τον περιορισμό από το Κογκρέσο του ποσού των 913,5 εκατομμυρίων που είχε ζητήσει αρχικά, οδήγησε στην προσωρινή απόφαση της τουρκικής κυβέρνησης ν’ αναβάλει την επικύρωση των επιστολών που είχε ανταλλάξει με τις ΗΠΑ τον Μάρτιο του 1987, με τις οποίες παρατεινόταν η DECA μέχρι το τέλος του 1990. 

Ένας άλλος λόγος της δυσαρέσκειας της εκτελεστικής εξουσίας για την αναλογία 7 προς 10 είναι η πεποίθηση κυβερνητικών κύκλων ότι πρόκειται για «τεχνητή απόφαση, η οποία παραποιεί το πρωταρχικό στοιχείο των τουρκικών αναγκών και των συμφερόντων ΗΠΑ και ΝΑΤΟ που έχουν σχέση με την ικανοποίηση τους… Η βοήθεια πρέπει να παρέχεται στην Ελλάδα και την Τουρκία συμφωνά με τις ειδικές ανάγκες τους εν σχέσει με το ΝΑΤΟ, χωρίς την ύπαρξη μιας αυτόματης αναλογίας μεταξύ των συμμάχων». 

 Η λογική αυτής της ανάλυσης είναι αδιάσειστη, αλλά θα ήταν πιο πειστική αν η εκτελεστική εξουσία δεν είχε δεχτεί σε πολλές άλλες περιπτώσεις πολιτικές σκοπιμότητες για τον καθορισμό του επιπέδου βοήθειας. Οι ανάγκες του Ισραήλ και της Αιγύπτου, παραληπτών των μεγαλύτερων ποσών αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας από το 1979, έχουν υπολογιστεί με εξίσου πολιτικά κριτήρια. Ακόμη και μέσα στο ΝΑΤΟ οι πολιτικοί παράγοντες έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στις αποφάσεις για τον καθορισμό τού ποιος θα πάρει τι και σε ποια αναλογία.

Η πιο αμφισβητήσιμη ερμηνεία, στην οποία στηρίζονται τα προγράμματα βοήθειας προς την Ελλάδα και την Τουρκία, δεν είναι η αναλογία που στο κάτω κάτω αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα των ταραγμένων σχέσεών τους, αλλά η πρόφαση ότι τις εξοπλίζουμε εναντίον μιας εξωτερικής απειλής και όχι για να πολεμήσουν μεταξύ τους». 

Αυτά έγραφε τότε ο Μόντι Στερνς και από τότε μπορεί να έχουν αλλάξει πολλά, ωστόσο η ουσία της «περίπλοκης συμμαχίας» μεταξύ Ουάσιγκτον-Ελλάδας-Τουρκίας παραμένει αναλλοίωτη: η Τουρκία έχει κερδίσει την εξοπλιστική κούρσα, η χρεοκοπημένη Ελλάδα, παρότι έχει ξοδέψει κολοσσιαία ποσά, αδυνατεί να αντιμετωπίσει την τουρκική επεκτατική πολιτική και οι ΗΠΑ παραμένουν οι αιώνιοι τοποτηρητές του ελληνοτουρκικού «οικοπέδου» και ρυθμιστές των όποιων μελλοντικών εξελίξεων. 

United Nations Security Council and General Assembly Resolutions on Cyprus 1960-2006

*Στα “Comments” άρθρα και αρχειακό υλικό (θα ενημερώνεται συνεχώς)

*In “Commnets” = Articles and reading suggestions in Gr, En, Fr

Γιάννης Μάζης: Ο κατευνασμός ως επίσημη διπλωματική ιδεολογία έγινε από Σημίτη μετά τα Ίμια

Γ. Βοσκόπουλος, Ελληνική Εξωτερική Πολιτική, από τον 20o στον 21o Αιώνα, Παπαζήσης, Αθήνα (highlights, vd)

ΑΡΧΕΙΟ – Ελληνοτουρκικές σχέσεις στις παλιές, καλές εποχές

Της ΚΥΡΑΣ ΑΔΑΜ

Back to the future, όπως θα λέγαμε στην καθομιλουμένη, ή απλώς επιστροφή στο μέλλον. Οπως και να το δει κανείς, η κυβέρνηση επιμένει να επιστρέψουν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις στην περίοδο 1999-2004, με τις εντατικές διερευνητικές συνομιλίες Αθήνας- Αγκυρας για «την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο», για «την αιγιαλίτιδα ζώνη» και για «το θέμα των γκρίζων ζωνών».

Ο πρωθυπουργός, στην απαντητική επιστολή του στον Τ. Ερντογάν δείχνει να βιάζεται να ξαναπιάσει το νήμα από εκεί όπου το άφησε ως υπουργός Εξωτερικών το 2004 και μάλιστα προτείνει ένα σφιχτό χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης των συνομιλιών αυτών.

“Επομένως, ο Γ. Παπανδρέου είναι από τους ελάχιστους έλληνες πολιτικούς, μαζί με τους πρώην πρωθυπουργούς Κ. Σημίτη, Κ. Καραμανλή και τον πρώην ΥΠΕΞ Π. Μολυβιάτη, που γνωρίζουν επακριβώς τις προταθείσες ελληνικές θέσεις στις διερευνητικές επαφές, αλλά και τις τουρκικές απαντήσεις.”

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=127004

Το…απαγορευτικό για τα 12 μλ. στο Αιγαίο

*Πηγή: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Πως η Μικρασιατική Καταστροφή καθόρισε την ελληνική πολιτική έναντι της Τουρκίας Βοσκόπουλος Γιώργος 02/03/2021

Πως η Μικρασιατική Καταστροφή καθόρισε την ελληνική πολιτική έναντι της Τουρκίας, Γιώργος Βοσκόπουλος

ΑΠΤΟΗΤΗ ΑΠΟ ΤΑ ΔΙΑΒΗΜΑΤΑ, ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΜΟΝΟ ΣΤΑ 6 ΜΙΛΙΑ

Και την υφαλοκρηπίδα βάφει γκρίζα η Αγκυρα!

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 2-7-2010

*Τα παραπάνω δείχνουν το μέγεθος του λάθους της πρόσφατης δήλωσης Γεραπετρίτη για τα 6 μλ.

Η κυβέρνηση Ερντογάν δεν πτοήθηκε από τα ελληνικά διαβήματα διαμαρτυρίας για τις «ερευνητικές βόλτες» του τουρκικού υδρογραφικού πλοίου «Τσεσμέ» στο βόρειο Αιγαίο στα διεθνή ύδατα και ξαναέστειλε χθες το πλοίο στην ίδια περιοχή, με συνοδευτική, μάλιστα, επίσημη ανακοίνωση του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών.

Με αυτήν την ανακοίνωση η Τουρκία θεωρεί ότι η Ελλάδα δεν έχει υφαλοκρηπίδα πέραν των 6 ν.μ. χωρικών υδάτων της και επομένως το υπόλοιπο τμήμα της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου -και όχι μόνον τα τμήματα με τις παρακείμενες ελληνικές και τουρκικές ακτές- είναι προς «ρύθμιση» και «οριοθέτηση». Προς τούτο, άλλωστε, η Αγκυρα «ξεθάβει» το Πρωτόκολλο της Βέρνης του 1976 (αναβαθμίζοντάς το σε Συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας) για να ισχυριστεί ότι πέραν των χωρικών υδάτων και οι δύο χώρες δεν μπορούν να προβαίνουν σε σεισμικές έρευνες.

Είναι προφανές ότι η Τουρκία επιχειρεί να κατοχυρώσει εν τοις πράγμασι τη θέση της και στις διερευνητικές επαφές Ελλάδας-Τουρκίας, που σύμφωνα με την ελληνική πλευρά αφορούν τώρα τις «προσπάθειες για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας».

Η Τουρκία με τον εμπράγματο ισχυρισμό της, ότι αυτή τη στιγμή η ελληνική υφαλοκρηπίδα της περιορίζεται στα 6 ν.μ. των χωρικών υδάτων, επαναφέρει από την πίσω πόρτα την αμφισβήτηση ελληνικής κυριαρχίας σε μεγάλο αριθμό ελληνικών νησιών, ο καθορισμός της κυριαρχίας των οποίων θα καθορίσει και το εύρος της υφαλοκρηπίδας στα σημεία εκείνα.

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=179059

Διερευνητικές

E-learning: ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΜΕΣΩΝ ΜΑΖΙΚΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ

Πρόγραμμα εξειδίκευσης που “έτρεξε” για 2 χρόνια στο ΠΑΜΑΚ

ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ: Γεώργιος Βοσκόπουλος, Αναπληρωτής Καθηγητής Τμήματος Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

Οι εισηγητές του προγράμματος είναι μέλη του Διδακτικού και Επιστημονικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) του Πανεπιστημίου Μακεδονίας καθώς και εξωτερικοί συνεργάτες και στελέχη με πολύχρονη εμπειρία, αλλά και εξειδικευμένη θεωρητική γνώση.


ΣΕ ΠΟΙΟΥΣ ΑΠΕΥΘΥΝΕΤΑΙ

Το πρόγραμμα απευθύνεται σε διαμορφωτές της κοινής γνώμης, διεθνολόγους, πολιτικούς επιστήμονες, δημοσιογράφους, διπλωμάτες, υπεύθυνους δημοσίων σχέσεων, στελέχη του ευρύτερου δημόσιου, της περιφέρειας και τοπικής αυτοδιοίκησης, φοιτητές και επαγγελματίες των διεθνών σχέσεων και των ΜΜΕ. Ως βασικό στόχο έχει να αναδείξει τη δυναμική σχέση που αναπτύσσεται σήμερα, στον 21ο αιώνα, μεταξύ ΜΜΕ και πολιτικής διεργασίας αλλά και τον τρόπο που διαμορφώνονται ή / και αξιολογούνται επιλογές στο πεδίο της διεθνούς πολιτικής και των διακρατικών σχέσεων.

ΣΚΟΠΟΣ

Το πρόγραμμα θα αναλύσει τις πολύ επίπεδες σχέσεις μεταξύ Διεθνούς Πολιτικής – Διακρατικών Σχέσεων και του ρόλου των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης (ΜΜΕ). Αυτές εξελίσσονται μέσα από ένα πλαίσιο στενής αλληλεξάρτησης σε θεσμικό και πολιτικο-εφαρμοστικό επίπεδο. Τα παραδείγματα του Γιουγκοσλαβικού Εμφυλίου, της Ουκρανικής κρίσης, της αστάθειας στο χώρο της Ευρασίας, της Αραβικής Άνοιξης και του Ισλαμικού φονταμενταλισμού καταδεικνύουν ότι τα ΜΜΕ δεν περιορίζονται απλά στο ρόλο της ενημέρωσης των επί μέρους κοινωνικών μικρόκοσμων αλλά επηρεάζουν τις βασικές πολιτικές αποφάσεις των ηγεσιών του δυτικού κόσμου καθώς και τις κοινωνικές τάσεις που διαμορφώνονται στον πυρήνα της δυτικής συλλογικότητας.
Τα ΜΜΕ αποτελούν σημαντικό συντελεστή επηρεασμού της παγκόσμιας κοινής γνώμης, διαμόρφωσης αντιλήψεων αλλά και φορέα πολιτικής κοινωνικοποίησης. Η εικόνα που δημιουργείται από την κάλυψη των γεγονότων λειτουργεί ουσιαστικά ως ένας μοχλός πίεσης των ηγετικών ομάδων αλλά και ως ένας συνδιαμορφωτής πολιτικο-στρατηγικών επιλογών.
Υπό αυτό το πρίσμα το πρόγραμμα εστιάζει στο τρίπτυχο ενημέρωση – αποκωδικοποίηση – διαμόρφωση κοινής γνώμης το οποίο αντιμετωπίζει ως μέσο επίτευξης πολιτικών στόχων.

https://www.semifind.gr/seminaria/view/Seminario/9239/E-learning-diethnis-politiki-kai-i-leitoyrgia-ton-meson-mazikis-enimer

Εικόνα