Η συνάντηση στις Καστανιές και…ποιος θα βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά

Γ. Βοσκόπουλος, αναπλ. Καθ. Ευρωπαϊκών Σπουδών, π. πρόεδρος τμ. ΔΕΣ, ΠΑΜΑΚ

komision

(AP)

Η συνάντηση του πρωθυπουργού με τους επικεφαλής των ευρωπαϊκών θεσμών στις Καστανιές έχει ιδιαίτερη σημασία σε πολλαπλά αλληλένδετα επίπεδα σημειολογίας και σημαινόμενων. Αυτά αφορούν την Ελλάδα, την ίδια την ΕΕ αλλά και το θολό πλαίσιο διαμόρφωσης μίας κανονικότητας που θα διέπει την όποια μελλοντική διαχείριση της κρίσης.

Εν πρώτης είναι σαφές ότι από την αρχή της κρίσης στη Συρία και την αντιπαράθεση εξωσυστημικών παικτών, η ΕΕ δεν διαμόρφωσε μία ευρωπαϊκή στρατηγική αντιμετώπισης της. Οι εξελίξεις στην περιοχή λαμβάνουν χώρα χωρίς την παρέμβαση της ΕΕ ώστε να δρομολογηθεί μία ουσιαστική ειρηνευτική διαδικασία. Η πηγή του προσφυγικού-μεταναστευτικού είναι (πέραν των ανισοτήτων και της άτακτης φτωχοποίησης) ο πόλεμος στην περιοχή. Δυστυχώς δεν διαφαίνεται στο εγγύς μέλλον ένας πολυμερής διακανονισμός που να ικανοποιεί τα συγκρουόμενα συμφέροντα των εμπλεκομένων.

Τη συνάντηση στις Καστανιές ουσιαστικά επέβαλλε η σκληρή και αναμενόμενη για πολλούς λόγους (θα αναφερθώ σε αυτούς σε άλλη παρέμβαση μου) στάση της ελληνικής πλευράς. Ωστόσο η παροχή οικονομικής βοήθειας προς την Ελλάδα, πέραν του γεγονότος ότι δεν αξιολογείται ως ποσοτικά επαρκής, ουσιαστικά θέτει το ζήτημα εντός ενός τελεολογικού κενού. Με απλά λόγια η ΕΕ «αγοράζει» χρόνο (μέχρι την υπογραφή μίας νέας Συμφωνίας με την Τουρκία;) χωρίς (τουλάχιστον σε αυτό το στάδιο) να θέτει ένα διαχειριστικό πλαίσιο θεμελιωμένο σε μία αξιόπιστη κανονικότητα.

ΚΑΣΤΑΝΙΕΣ

(thraki.com)

Την ίδια στιγμή υποβαθμίστηκαν από τα ΜΜΕ και τους – ίδιους μάλιστα – εποχούμενους σε καθημερινή βάση από τα κανάλια αναλυτές μία σειρά μηνυμάτων προς την ελληνική πλευρά. Για παράδειγμα δεν υπογραμμίστηκε από τα ΜΜΕ η σαφής αναφορά από τον κ. Μισέλ στο σεβασμό του διεθνούς δικαίου, κάτι που αφορούσε όχι μόνο την τουρκική πολιτική εργαλειοποίησης του μεταναστευτικού-προσφυγικού αλλά και τα μέσα που χρησιμοποίησε και χρησιμοποιεί η Ελλάδα προκειμένου να αναχαιτίσει τα οργανωμένα από την Τουρκία κύματα εισόδου προσφύγων και μεταναστών.

Για την ίδια την Ελλάδα ο τρόπος αντιμετώπισης της κρίσης αποτελεί το οντολογικό ζητούμενο ώστε

α. Να εξασφαλιστεί η ασφάλεια των συνόρων της χώρας. Αυτό όχι γιατί η δυστυχία, φτώχεια, ανισότητες και διαφορετικότητα αποτελούν εξ ορισμού απειλές αλλά για τον απλό λόγο ότι οι παρενέργειες αυτών των φαινομένων (μετανάστευση, προσφυγιά) αποτελούν για την Άγκυρα ένα στρατηγικό εργαλείο άσκησης μία ιδιόμορφης πολιτικής ισχύος έναντι της ΕΕ και της Ελλάδας.

β. Να γίνει χρήση των διαθέσιμων μέσων με τρόπο που να μην εκθέτει τη χώρα και παραβιάζει συστηματικά κανόνες διεθνούς δικαίου. Η όποια περιστασιακή εκτροπή μπορεί να αιτιολογηθεί με όρους ad hoc ανάγκης, ωστόσο δεν μπορεί να αποτελέσει νόρμα λειτουργίας του κρατικού μηχανισμού. Αυτό εξάλλου θα εξυπηρετούσε τα σχέδια του Τ. Ερντογάν, ο οποίος, στοχεύει μεταξύ πολλών άλλων, να εκθέσει επικοινωνιακά τη χώρα ώστε να αμβλύνει τις αλγεινές εντυπώσεις από τη στρατηγική εργαλειοποίησης της προσφυγικής-μεταναστευτικής κρίσης. Η επικοινωνιακή μάχη θα πρέπει να κερδηθεί από την ελληνική πλευρά με κάθε τρόπο. Το πλαίσιο «εικόνα και ήχος» (ΜΜΕ) δημιουργεί ισχυρές νοηματικές και αξιολογητικής υφής παραστάσεις σε ένα παγκόσμιο κοινό και ηγεσίες που αρέσκονται να ηθικολογούν κρυμμένοι πίσω από εθνικά συμφέροντα.

evros (5)

Ενδεικτική είναι η στάση της αντιπροέδρου της γερμανικής βουλής Κλαούντια Ροτ και στελέχους των Πρασίνων η οποία σε συνέντευξη της στη DW δήλωσε ότι «δεν γίνεται να αφήνεις την Ελλάδα μόνη της», αναγνωρίζοντας ότι η κρίση «είναι ευρωπαϊκό ζήτημα» που χρήζει αντιμετώπισης μέσα από μία ευρωπαϊκή πολιτική ασύλου. Παράλληλα ωστόσο επικρίνει την Ελλάδα για τον τρόπο αντιμετώπισης των προσφύγων στα σύνορα. Σύμφωνα με την ίδια «η Τουρκία δεν μπορεί στα σοβαρά να θεωρηθεί ασφαλής τρίτη χώρα. Παρ΄ όλα αυτά έγινε μια συμφωνία με έναν αυταρχικό Ερντογάν προκειμένου να κρατηθούν μακριά οι πρόσφυγες από την Ευρώπη». Το σημαινόμενο της δήλωσης της είναι ότι η αφετηρία της Συμφωνίας/Κοινής Δήλωσης) ΕΕ-Τουρκίας αντιμετώπισης της κρίσης είναι λανθασμένη και συνεπώς αναποτελεσματική.

Όσον αφορά τη χρήση μέσων από πλευράς Ελλάδας η κ. Ροτ επισημαίνει: «Επικρίνω την Ελλάδα για αυτά που συμβαίνουν αυτές τις ημέρες. Βεβαίως δεν γίνεται να χρησιμοποιείς δακρυγόνα ενάντια σε πρόσφυγες. Δεν γίνεται να τους συλλαμβάνεις και να τους αντιμετωπίζεις ως εχθρούς. Και δεν γίνεται να τους απειλείς με προειδοποιητικές βολές». Ουσιαστικά τίθεται ένα ζήτημα αναλογικότητας μέσων και στόχων για την αντιμετώπιση του προβλήματος, είτε εν αγνοία της έντασης της κρίσης είτε με βάση πάγια διαμορφωμένες αντιλήψεις για το ρόλο της Ελλάδας ως de facto (εγγύτητα σε εστίες ανάφλεξης) και de jure (Δουβλίνο) αναλώσιμου εταίρου.

Τα παραπάνω συνδέονται μεταξύ άλλων και με την ικανότητα της Ελλάδας να εκθέσει την επιχειρησιακή τακτική του Τ. Ερντογάν με τρόπο που να μην αφήνει δεύτερο τρόπο ερμηνείας. Συνεπώς η αντίδραση της Ελλάδας στη δράση της άλλης πλευράς θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό και τον νικητή της επικοινωνιακής αντιπαράθεσης. Η τουρκική πλευρά επιθυμεί να υπάρξουν πραγματικές απώλειες σε ανθρώπινες ζωές. Αυτός ήταν και ο στόχος της στην κρίση του 2015 [1].

Η κ. Ροτ ορθά συνδέει το άνοιγμα των τουρκικών συνόρων προς την Ελλάδα/ΕΕ με την αποτυχία της τουρκικής «στρατιωτικής εισβολής» στη βόρεια Συρία. Αναγνωρίζει ότι ο Τ. Ερντογάν χρησιμοποιεί τους πρόσφυγες «ως «διαπραγματευτική μάζα» προκειμένου να αναγκάσει τους Ευρωπαίους να τον βοηθήσουν να ξεπεράσει το αδιέξοδο της πολιτικής του στη Συρία. Η βάση για αυτόν τον «εκβιασμό» είναι κατά την άποψή της η συμφωνία της ΕΕ με την Άγκυρα στο προσφυγικό». Επισημαίνει ότι «δεν είναι μόνο πρόβλημα της Ελλάδας αυτό που διαδραματίζεται στα σύνορα ή στη Λέσβο και τα άλλα νησιά. Πρόκειται για ευρωπαϊκά hot spot, όπου καταπατούνται τα ανθρωπινά δικαιώματα. Με άλλα λόγια: η Ευρώπη απέτυχε».

Βέβαια η αποτυχία της ΕΕ δεν προσδιορίζεται μόνο με όρους εμπλοκής και παρέμβασης στην κρίση στη Μέση Ανατολή. Η αδυναμία έκφρασης ουσιαστικής αλληλεγγύης στα Κ-Μ που αποτελούν χώρες εισόδου – στην παρούσα κρίση η Ελλάδα – αποτελεί την αχίλλειο πτέρνα μίας αποσπασματικής πολιτικής, απόρροια της αδυναμίας να υιοθετηθεί μία κοινή μεταναστευτική πολιτική η οποία να κατανέμει όχι μόνο αρμοδιότητες αλλά και το βάρος των εισροών με αναλογικό τρόπο.

[1] Γιώργος Βοσκόπουλος, «Οι πολιτικές της προσφυγικής κρίσης: Η ΕΕ, η Ελλάδα και ο τουρκικός παράγων», Foreign Affairs The Hellenic Edition, 2016